Αρχική σελίδα Λογοτεχνικά Ποιήματα Κωσταρός Βολουδάκης
Κωσταρός Βολουδάκης Εκτύπωση E-mail

Ποίημα αφιερωμένο στον Κωσταρό Βολουδάκη.

Ο άγνωστος ποιητής μας οδηγεί στον Άδη, όπου πριν δύο χρόνια

πήγε ο  ήρωας Κωσταρός, και από ότι λέει και εκεί θα δημιουργήσει συνθήκες επαναστατικές.


Πρόεδρος

Έκτακτος συνεδρίασις, πλήρης η απαρτία.

Έχεις τον λόγο Αιακέ, λέγε με συντομία.

Αιακός:

Ω! Μίνως και Ραδάμανθυ, Άνασσα Περσεφόνη

και σύ ω Πλούτων Βασιλεύ, ώ συνεδρία όλη.

Η δημοσία ασφάλεια του κράτους κινδυνεύγει

και ξέγνοιος το συμφέρον του καθένας μας γυρεύγει.

Για τα κοινά συμφέροντα κιανένας δεν φροντίζει

και πως υπάρχει κίντυνος κιανείς δεν το γνωρίζει.

Γ- εις γέροντας παμπόνηρος ήρθε προ δύο χρόνων˙

φρουδάς, τα μάθια χαμηλά, πετσί κόκκαλα μόνον.

Τα γένια του πλεξουδωτά έχει καλοπλεμένα

και σαν τ΄ αλόγου την ουρά σφιχτοκομποδεμένα.

Τα χέρια του, απ τη βαρέ στα κάστρα, πληγωμένα,

τα μάθια από την πολλήν σκέψιν βασιλεμένα.

Τα ρούχα του του μπαρουθιού τη μυρωδιά μυρίζου

ολίγα νιαι τα λόγια του, όμως βαριά ζυγίζου.

Τη γλώσσαν του που την αυγή στο στόμα του δε βάνει

εις τσοι δουλειές του και θεούς συντρόφους του να κάνει.

Ενήστευγε άλλην φορά στο Σαρακοστολόγι

μα δα μεν  ολονήστικος, μουδέ ψωμί δεν τρώγει.

 

Και Κωσταρόν τον λέγουσι ή Κώστα Βολουδάκη,

από τη Νίμπρον τω Σφακιώ το ψωροχωριουδάκι.

Ευθύς ως ήλθε άρχισε να κρυφοτσουτσουρίζη

κι΄ απού τον τόπον ως γωνιά τα σκοτεινά γυρίζει,

και βρίσκει ούλους τσοι παλιούς και νιούς επαναστάτες

πούκαμαν  λέσιν  τα βουνά και τα φαράγγια στράτες,

τσοι καπετάνιους κι αρχηγούς κι ούλη αυτή τη φάρα

που για τον Χάρον πάντα των δεν έδιδαν πεντάρα.

Μα που να λέω τσοι παλιούς;  Καλά δεν τσοι θυμούμαι

και τα τεφτέρια τάχρηστα που να φυλλομετρούμε

Εκείνους τους νεώτερους απ΄ούλοι τσοι θυμούνται

και τα ονόματά τωνε στο γ κόσμον τα διηγούνται,

που εις τ΄αρθούνια μπήκασι μιας αυτοκρατορίας,

στρατούς δεν φοβηθήκασι και στόλους της Τουρκίας.

Δασκαλογιάννη τω Σφακιώ και ούλους τσοι μεγάλους,

Μπουνάτον, Βολουδόπωλον, Μανούσακαν και άλλους

Τους Τσελεπή,  Πρωτόπαπαν και Μανουσαναγνώστην,

Μπικοστρατήν και Σήφακαν, Παναγιωταναγνώστην.

Τους Τσουδερόν και Κόρακαν,  Ρούσσιον, Πωλογεωργάκην,

Κουρμούλην, Μανουσάκηδες, Σταύρον Αμηραδάκην,

Χάλην και Πίπον και Κουμήν και Πρωτοπαπαδάκην.

Φασούλην και τον Κριαράν και Σήφη Καυκαλάκην.

Και Χατζη Γιώργη του Μουριού με την παλληκαριά του

π΄ακόμα η Σάμος μαρτυρά την άφοβη καρδιά του˙

των Κελαιδήδων τση γενιάς ήταν αυτός κλωνάρι

και δείλιενε ο Χάροντας όντε θελε τον πάρη.

 


Και Πλατσογιώργη στη στεριά τση Κρήτης μπουρλοτιέρη

τσοι  πύργους π΄ ανακάτεψε μ΄ούλον των ε τ΄ ασκέρι.

Τσόντους, Βαρδινογιάννηδες, Χούρδους και Βουρδουμπάδες,

Ζερβήδες και τον Βαρδουλέ, Πάτερους και Μπουζάδες.

Στρατήκους, Ντεληγιάννηδες, Ντεντίδες και Λεντάρους,

Χατζή Πωλιό, Σκορδύλιδες, πολλούς μιτσούς μεγάλους.

Βουγιούκαλους και Κούτσουπα και τα Χριστοδουλάκια,

Γρηγόρους, Καραβίτηδες και τα Κατσανεβάκια.

Πατσούς και τσοι Γερώνυμους, Βρανάδες, Σαριδάκη

Τζάτζιμους και τσοι Δαίμονες και τον Παπαπωλάκη.

Τον Κουσκουμπέ, τσοι Ανδρακούς και τα Καραβανάκια,

το Λιάπη τον Ανδρούλακα, Μπολιώτη, Βουρβαχάκια.

Τζαρδή και Παπαδόπετρο, Πολύρη, Σταματάκια,

τον Καρκαβάτσο, Ξέπαπα, Κλάδους κι Αναγνωστάκια.

Μόρηδες, Μανουσέληδες, Δασκαλιανούς, Σφηνιάδες,

Καβρήδες, και Μπιράκηδες, Ψαρούς και Κουτρουμπάδες.

Χιονιάδες, Τσιριντάνιδες κι ούλη την εταιρεία

που  στα Σφακιά την θέσασι πρώτην Καντσιλαρία.

 

Με τα λουροδεμένα των μπιστόλες και ντουφέκια,

 που με χαρτιά των εκκλησιών δένασι τα φυσέκια,

που λυώναν κανταρόβολα και χύανσι τσοι μπάλες

και κάμασι θαυμάσματα, παλικαριές μεγάλες.

Η Άμπελος και ο Κατρές τ΄ Ασκύφου μαρτυρούσι

(ακόμ εκειά τα κόκκαλα στσοι στράτες τα θωρούσι).

Θυμάστε εκείνο τον καιρό που μας επέμψαν τόσους,

Μόνον από την Άμπελον εστείλαν οκτακόσους.

Ο Χάρος δεν επρόφταινε για να τσοι κουβαλήση

Και το παληοσκαφίδι του επήγε να βουλήση.

Πολλούς. Και που να κάθωμαι να τσ΄ αναλιγαδιάζω,

π΄ άδικα και παράδικα θα πης τσοι λογαριάζω,

το πώς δεν είνιαι επίφοβοι, καταξεθυμασμένοι.

Μ΄ εδά καινούργιοι έρχονται, στεφάνια φορτωμένοι.

Αυτοί νιαι αρειμάνιοι και βαθμοφορεμένοι

Στρατηγουποστράτηγοι περίσσια παινεμένοι.

Την κάθε μέρα ξετρυπούν σαν να τους προσκαλούσι

Και ευθύς τον Γέρω – πονηρόν θέλουσι για να ιδούσι.

Ούλοι τη φάρα, ως θωρώ, θα τηνε κουβαλήση

στον Άδη επανάσταση σκοπεύει να κουρτίση.

Τον Κελαιδή Παρθένιον αν ίσως και τον φέρει

μα κείνος να τ΄ αφουκρασθή θαρρώ δεν τον συμφέρει˙
 
έχει ακόμη κάτι τι απάνω να σκαλίση

τσοι μαγεργιές τσ΄ ακάμωτες δεν θέλει να τσ΄ αφήση.

 

Τα πράγματα δεν παν΄καλά μ΄άργησε να το νοιώση

και λέει πως χρειγιάζεται  για να τα διορθώση

και για τσ΄απάνω ξυπνητός- κοιμούμενος φροντίζει,

μα για του Άδου τσοι δουλειές αυτόν δεν τον σκοτίζει.

Ακόμη κειά χρειγιάζεται πράματα νέτα σκέτα

γιατ΄ επαραστραβώσασι και κείνα πού ΄σαν ντρέτα.

Άλλα ελογαριάζασι κι άλλα τσ΄ ευρήκαν πάλι

Και βρήκε και ο Παρθένιος δουλειά με το τσουβάλι.

Θα τηνε παίξη άλλη μια εκείνος δεν αφήνει

κι ετσά καλά και ξέκαλα το τέλος μπλιό να γίνη.

 


Μ΄αν έλθη κι ανταμώσουσιν, πάρουν και δυό τρεις άλλους

Θα τσ΄ επαναστατήσουσι ούλους μιτσούς μεγάλους.

Αλλά και οι δυό τους μοναχοί αν το καλολογιάσουν

κι αυτούς τσοι μπιστεμένους μας θε να τσοι ξελογιάσουν.

Τα πράγματα μας σε δεινήν θέσιν θε να βρεθούσι,

αν ίσως δεν προλάβωμεν και μέτρα σε ληφθούσι.

Να διαταχθούν οι πυλωροί ούλους να τσ΄ απογδύνουν
 
κι απάνω των ουδέ σουγιά, ουδέ καρφί ν΄αφήνουν.

Κι ο χάρος να διαταχθή, αυτός απού τσοι φέρνει,

όποιος δεν έχει τακτικά χαρτιά να μην τον παίρνει.

Ως αστυνόμος και φρουρός το χρέος μου το κάνω

Και εις τον νούν του καθενός τον κίνδυνον να βάνω.

Έκαμα το καθήκον μου και λέγω τι συμβαίνει

Το πράγμα είναι σοβαρόν, καιρόν δεν ανημένει.

 

Πλούτων

Παραμιλείς, ώ Αιακέ, μ΄ αυτά που κουβεντιάζεις

Κοιμάσε γή ονειρεύεσαι Είντα νιαι τα λογιάζεις

Στον Άδη επανάστασις Και δια ποιάν αιτία

 Και που αλλού θε να βρεθή η τέτοια πολιτεία

Ελευθερία απόλυτος, πλήρης ισοτιμία,

Έρεβος, ύπνος νήδυμος, νάρκη κι αναισθησία.

Γιγάντια καμώματα και άθλους Ηρακλείους

Και έπεα πτερόεντα, λόγους επιταφίους,

Βαθμούς, ουδέ παράσημα, γενιές και βασιλιάδες,

επαναστάτες Κρητικούς, καλούς παλικαράδες,

ο Χάρος δεν τσοι δέχεται όπλα για να βαστούσι,

ούλα μεγάλα και μιτσά στη λίμνη τα πετούσι.

 

Κι ο Κέρβερος το μάθημα στην πόρτα τωνε δίδει

και μπαίνουν ούλοι φρόνιμοι, αρνάκια στο σκοτίδι.

Αυτούς που τώρα έρχουνται κιανένας δεν τσοι παίρνει˙

από φιλανθρωπία της η πείνα μας τσοι στέλνει,

νάρθουν να ξεπεινάσουσι, ανάπαυσιν να βρούσι,

τσοι πόνους να ξεχάσουσι και να ξεκουραστούσι.

Και σύμφωνα που κάμασι απάνω ένα νόμον

να πλερωθούν τσοι κόπους των, επά στο Κάτω Κόσμον.

Βλάπεις πως είναι κάτισχνοι, κατακουτελιασμένοι

κι απού την φτώχεια την πολλήν είνι έτσ΄ αποδομένοι;

Είντα θε να τσοι κάμωμεν π΄ ο τόπος θα γεμίση;

Και ποιος μπορεί τσοι Κρητικούς να τσοι οικονομήση;

Απού νιαι ούλοι αγωνιστές και στρατηγοί εξ ίσου

και κάνουσι κι επιτροπές να τσοι ταξινομήσουν.

Μα που να βρουν λογαριασμόν στην πλησμονήν την τόση

που τσοι δικούς τση κάθε μια θέλει κι αυτή να χώση;

Τσοι γέροντες σιγά σιγά ώστε να τσ΄ εξελέξουν

Ούλους γυμνούς, ξυπόλητους κι ανάυλα θα τσοι μπέψουν.

Και νάυλους δα κακά – ψυχρά ο Χάρος ας τσ΄ αφήνη

στεφάνια όμως και χαρτιά να τα πετά στη λίμνη.

Το ζήτημα είναι πως κι αυτή γρήγορα θα γεμίση

Και θα χωμ΄άλλα βάσανα πως θε να καθαρίση.

Βαθμούς – πιστοποιητικά και ύστερα και πρώτα,

εμείς θε να τους βγάλωμε ούλους από μια πόρτα,

 γιατί ναι το ταμείο μας κατακουρελιασμένο,

δάνεια και από χίλια δυό καταξεπατωμένο.


Σ΄έξοδα καθημερινά κι έκτακτα δεν προκάνει

και να πλερώνη και ζημιές γι αγωνιστές δεν κάνει

Κι έπειτα τα βασίλεια πράμα δεν των χρωστούσι

εκειά που αγωνίζουνταν ας παν να πλερωθούσι.

Μα απήτις κι είν αχάριστοι κι άδικα τσ΄αδικούσι,

ας κλαίσι του Θεού τωνε κι ας μας ξεφορτωσούσι!

Κι αυτός ο πανουργόγερος στον Άδη που κατέβη

Θαρρεί πως θε να βρη και πα, κόσμο ν΄ανακατεύη;

Νομίζει ότ΄έκανε εκειά κι επά θα κατορθώση

κι αυτούς ακόμη τσςοι νεκρούς να τσοι ελευθερώση;

Από της λήθης το νερό θέλη να πιή μια στάξη

και κείνα απού κάτεχε ούλα θα τα ξεχάση.

 

Αιακός:

Αλλ΄ όμως αν ετύχαινε τόν άντρα να γνωρίσεις

ούλο  τση λήθης το νερό κι αν ίσως τον ποτίσης,

αυτός πώς θέ νά  γιατρευτή εγώ δεν το πιστεύγω.

Τούτα τα λέω  θαρρετά και δε σας κοροΪδεύγω

Να λάβωμεν τα μέτρα μας, αυτά δεν εμποδίζουν

(οι φρόνιμοι δένουν καλά να μην καμπογυρίζουν).

Δεν είναι ο Γέρος μοναχός. Παληοί, νεοφερμένοι,

αρχίσασι εδά – εδά ναναι ξαγριγεμένοι.

Απ΄όντεν ήρθεν ο Μαθιός ευρίσκοντ΄ άνω κάτω

οι γι΄ άλλοι των, των έστειλαν μ΄αυτόνε το μαντάτο,

πως στο τραπέζι πού στρωσαν άλλοι χαροκοπούσι

κι΄αυτ΄απ΄αλάργο νηστικοί στέκουν και συντηρούσι.

Και εις αυτές τσοι τελετές, κι΄εκειά τσοι αποκλείδα

αυτούνους απού πάντοτε την Κρήτη εστολίσα.

 

Μα τώρα τσοι περιφρονούν, δεν τσοι αναγνωρίζουν

κι οι τελετές των, εθνικόν τίποτα δεν μυρίζουν.

Αυτοί που ήταν η πρεπιά τση Κρήτης τόσους χρόνους

που με θυσίες και καυμούς και βάσανα και πόνους

τον γάμον ετοιμάσασιν κι΄αυτοί για να χαρούσι,

κι΄εδώ τους λέσι φόρεμα του γάμου δεν φορούσι.

Και βλέπουσι  από μακράν με θλίψιν των μεγάλη

τσοι κόπους και τα δίκια των να τα γλεντίζουν άλλοι

Γι αυτό κάνουσι σκέδια τούτοι να ορμήσουν,

μοχλούς και πύλες σιδηρές ούλα να τα θρουλίσουν.

Να ξεπορτίσουν, ν΄ανεβούν, να πάσι και να βρούσι

αυτούς που τσοι περιφρονούν, να τσοι εκδικηθούσι.

Κι αν ίσως και ξεφύγουσι ως είναι θυμωμένοι

Κι άλλοι τα ανημ΄νουσι κι αυτοί ν΄ετοιμασμένοι,

άδηλον τι θε να γενή κι είντα θε ν΄αποκάμουν

βέβαια όμως τα΄άχερα κομμάθια θα τα κάμουν.
 
Και πως θα φύγουσιν αυτοί, το κράτος θα γλυτώση

Αφού κι ο όχλος ο πολύς ευθύς θε να του δώση.

Ψήφισμα έχω έτοιμο και θα το υποβάλω,

νόμος του Κράτους αυστηρός να γίνη δίχως άλλο.
           


Ψήφισμα

Η Περσεφόνη  Άνασσα, ο Πλούτων βασιλεύει,

ο Μίνως Ο Ραδάμανθυς νομίμως προεδρεύει.

Μα επειδή οι Κρητικοί, παληοί, νεοφερμένοι

να κάνουν επανάστασες είνιαι συνηθισμένοι,

κι ο Γέρος Κώστας δεν μπορέι μ΄ούλα τα γηρατειά του

ούτε στον Άδη ο πονηρός ν΄αλλάξη τα μυαλά του,

παληούς και νιούς στη μπάντα του καλούς καλούς τσοι παίρνει

και πάνω από γέροντες με κάθε πόστα φέρνει

κι έχει σκοπό τσοι τέχνες του κι επά να τσοι κρατίση

κι απού τον Άδη αν μπορή και μας να μας ξορίση,

καθώς συνεταιρίζεται τα απάνω και τσοι κάτω

του Άδου τα Βασίλεια θα κάμη άνω κάτω.

 

Και επειδή το Σύνταγμα κι οι Νόμοι συγχωρούσι

ούλ΄ από πάν΄αν θελουσι μπορούν με μιάς να ρθούσι

Έδοξεν όλων και Βουλής και Δήμου και προυχόντων

Δικαστικών, Πολιτικών του Άδου των Αρχόντων

των κατά νόμων πολιτών, επήλυδων, αποίκων,

μιξο βαρβάρων και λοιπών παντοδαπών αποίκων,

να λάβουν μέτρα αυστηρά να τους περιορίσουν

την ησυχία Άιδη να την εξασφαλίσουν,

τον Γέρο Κώστα στην φλακή αμέσως να τον μπέψουν

λήθην να τον ποτίζουσιν ώστε να τον γιατρέψουν.

 

Νά μην αφήνουν Κρητικούς νά κάμουν ομιλία

κι’ όσοι δεν υποτάσσονται φλάκισμα κι εξορία.

Όργανα κί αστυφύλακες όπου περνοδιαβαίνουν

να λεσίν είς τσοί Κρητικούς και να τούς παραγγέλουν:

<<Δοκέει τω Αϊδωνει τους Κρητικούς ποιέειν

ησυχία μακρή, πέντε ετέων μηδέν λαλέειν».

Αυτό το Πυθαγόρειον μάθημα πρώτον λέει,

πώς όσοι δέν ακούσουσι και δεν συμμορφωθούσι

εις τον Ραδάμανθυν ευθύς να τους κατηγορούσι.

 

Και στσοί επάνω γράμματα αμέσως θα σταλούσι

να τώνε λέσι πώς μ’ αυτά κι’ αυτοί θέ να κριθούσι.

Κι ο Σύρος ο γραμματικός αντίγραφα να μπέψη

στον Γέρω-Ασπρομάδαρον να τά δημοσεύση.

Οι πυλωροί και οι φρουροί κι αυτοί να διαταχθούσι

τσοί πύλες να φυλάγουσι κι από νωρίς να κλειούσι,

μη μπάς και των ξεφύγουσι οι Κρητικοί αντάρτες,

γιατί θα τσοί δεχθούν τροχοί, τάρταρα, καταρράκτες!»

Είπε την γνώμ’ ο Αιακός, φρούραρχος κι αστυνόμος.

Δρακόντειον το ψήφισμα αυτό, να γίνη νόμος.

 

Έτος εννιακόσια και χίλια και ένα

του Δεκεμβρίου είκοσι. Τ’ άνωθεν δεδομένα,

Δήμος κι αρχαί τα ψήφισαν κι’ η δρυμ’ ανεβρομώθη,

ο Κέρβερος υλάκτησε και τούτ’ επεκυρώθη.

Κατ’ επισήμον μαντάτο

τέτιοα γίνοντ’ εκειά κάτω.

 

 
Copyright © 2017 ΣΦΑΚΙΑ η ρίζα της Κρήτης | all rights reserved