Αληδάκης. 1774 Εκτύπωση E-mail


Ρίμα που αναφέρεται στην εξολόθρευση του αιμοσταγή αγά Αληδάκη. Τα γεγονότα έγιναν το 1774

στο χωριό Εμπρόσνερος όπου είχε τον πύργο του ο αγάς και μόλις τέσσερα χρόνια μετά

τη καταστροφή των Σφακιών κατά την διάρκεια της επανάστασης του Δασκαλογιάννη(1770).


ΑΛΗΔΑΚΗΣ

‘Σαν θέλετε νά μάθετε ακούσετε λιγάκι,   1

πως τόν εσυγυρίσασι τόν δόλιον Αληδάκη,

ίντα λογιώς οι γαργεροί ‘ς τό Πύργο τόν εκλείσα,

τήν αφορμήν ιντα ήτονε, ‘πού τόν εκαταλύσα.

Χρόν’ επροπάτουν εκατό, κ’ ακόμη παρεπέρα,

που οι Τούρκοι τήν εβάλασι τή Κρήτην εις τήν χέρα.

κ’ επολεμούσ’ αδιάκοπα εικοσι πέντε χρόνους,

κ’ εκάμασι τσοί Βενετούς κ’ επήγαν τσοί δαιμόνους.

Απού τή Κρήτ’ διώξασι ούλους τσοί Βενετζιάνους,

κ’ οι Κρητικοί καλλιά ‘χασιν αυτούς τσοί Μουσουλμάνους.  10

μ’ από κακό ‘ς χειρότερον επέσασιν οι μαύροι,

καί δέ κατέχουσι νά ειπούν Τούρκοι καλλιά, γι Φράγγοι.

Καί Φράγγους καί Σαρακηνούς,κρουσάρους κ’Αλλαμάνους,

ούλους τσ’ εδοκιμάσασι καί Τούρκους κ’ Ατζιγκάνους,

ούλους τσ’ εδοκιμάσασι, κ’ όντε τσοί ‘θυμηθούσι,

‘ποιος ήτονε καλλήτερος δέν έχουσι νά ειπούσι.

Κρήτη, τό φιόρε των νησιώ’, κορώνα του Λεβάντε,

κ’ ανάμεσα ‘ς τό πέλαγος πού στέκεις σάν διαμάντε,

‘που των Ελλήνω τόν καιρό πολύ τό τό ονομά σου,

κ’ εδά σωρός καί χαλασές είναι τά λείψανά σου.    20

Δέν ήτο κρίμα οι βάρβαροι επάνω σου νά ‘ράξου,

κ’ αποκειας Τούρκοι νά ‘ρθουσι γιά νά σ’ απορρημάξου;

Κρήτη, ‘πού ‘γέννησες θεούς κ’ ούλοι σέ μακαρίζου,

δέν είναι κρίμα τά θεργιά τά αγριγια νά σε ξεσκίζου;

τά ‘νύχια των ‘ς τά σπλάγχα σου μέσα νά τά βουτούσι,

‘σαν όχεντρες τό γαίμα σου, ‘σά φίδια νά ρουφούσι;

Κρήτη, ‘π’ ανάθρεψες θεούς μέ τή δική σου βρύσι,

δέν είναι κρίμα τά θεργιά τά ‘γριγια νά σέ τρώσι;

ίντα ‘κάμες, κ’ η μοίρα σου, κ’ αυτό τό ροιζικό σου,

ούλα σέ ‘παραιτήσασι ‘ς τά χέργια των εχθρώ σου;    30

Κατάρα πατρογονική επάνω σου τήν έχεις,

κ’ απού τόν ένα βάρβαρο ‘ς τ’ άλλο τά νύχια πέφτεις.

Χρόν’ επροπάτουν εκατό ‘πό ‘φύγ’ ο Βενετσιάνος,

κ’ επάξιος κλερονόμος σου απόμειν’ ο Σουλτάνος.

Σ τά χίλια εφτακόσια καί εις τά εβδομήντα,

από ‘νας ήτο Σφακιανός, καί Τούρκοι εννενήντα.

οι Σφακιαν’ αποφάσισα πόλεμο’ νά σηκώσου,

τήν δόλια τή πατρίδα των νά τήν ελευτερώσου.

οι Σφακιαν’ αποφάσισα πόλεμο νά κινήσου,

τή δόλια τή πατρίδα των νά τή παρηγορήσου. 40
 
γιά δέ των έκανε καρδιά ‘ς τά ‘σωθηκά ‘πονούσα,

νά βλέπουσι τσοί χάσικους ‘ς τά πάθη ‘πού ‘τραβούσα.

πόλεμος των εμύριζε κ’ είχαν καί συφωνίες,

νά σηκωθού κ’ εις τό Μωργηά κ’ απάνω ‘ς τσή Βλαχίες.

Μά νά ήθελε μπερδουκλωθεί ‘ς τή στράτα νά ‘ποθάνη,

που τό μαντάτο τό έφερε του Δάσκαλου του Γιάννη,

απού ήτο πλούσιος κ’ άρχοντας ψιλογραμματισμένος,

κ’ ήτονε κ’ εις τήν ξενηθειά περίσσια ξακουσμένος.

κ’ ήτο καί πρώτος τω Σφακιό μ’ ούλη τή δικηοσύνη,

‘ς ούλη τήν Κρήτην έλεγε, θά κάμη ‘Ρωμηοσύνη.  50

‘που ‘ς τά Σφακιά τ’ απόσωσεν αυτόνο τό χαμπέρι,

πως οι Μοσκόβ’ επλάκωσαν εις του Μωργηά τά μέρη,

καί ‘πήρασιν οι κεφαλές τω Σφακιανών αγέρα,

από καιρό τό ‘γδέχουντα νύχτα καί τήν ήμέρα,

σπουδαχτικά ‘ρδινιάζουνται, ως ήρθεν από ‘πάνω,

απού τήν Κρήτη ‘γλήγορα, νά διώξουν τό Σουλτάνο.

Μά κ’ ο Σουλτάνος τ’ άκουσε,πολλά του βαρυφάνει,

‘ς τήν Κρήτη μέ τό μπουγιουρτί τό μουκαρέμι φτάνει.

ένα φερμάνι έπεψεν οι Τούρκοι νά κινήσου,

νά τά πατήσου τά Σφακιά κ’ ούλα νά τ’ αφανίσου.  60

πασάδες καί γιανίτσαροι ούλοι μικροί μεγάλοι

νά ‘βγουν νά κάψου τά Σφακιά ‘πό ‘σήκωσαν κεφάλι.

νά ‘βγού νά κάψου τά Σφακιά καί νά τά σιορρημάξου,

τσ’ ανθρώπους νά σκωτώσουσι γι σκλάβους νά τσοί πιάσου.

Ούλ’ η Τουρκιά ‘ξεκίνησε κ’ απού τά τρία κάστρα,

χιλιάδες αναρίθμητες, ‘σάν του Γενάρη τά ‘στρα,

τόν ορισμόν του βασιλειά νά τόν εξετελειώσου,

νά τά πατήσου τά Σφακιά φωθιά νά των εδώσου.

όρεξι ‘πού τήν είχασι κ’ εκάμασιν τή κ’ όλας,

από καιρό τσ’ εμάχοντο τω Σφακιανώ τσή χώρας, 70

κ’ εδά ‘πού ‘βρήκαν αφορμή θά τωνε συγυρίσου,

κάψαλο καί λουσσόθυρο θά φάγω νά τή ‘φήσου,

‘ς τσ’ εικοσιέξε τ’ απριλιού μιάν Παρασκευήν ημέρα,

οι Τούρκοι ‘μπήκα ‘ς τά Σφακιά μέ τό σπαθί ‘ς τή χέρα.

καί δίδουσι τωνε φωθιά καί παν ‘ς τόν Αϊ-Γιάννη,

καί ζωντανό τόν πήρασι τό Δάσκαλο τό Γιάννη.

Επήρα καί σκλαβώσασι κ’ ούλους από ‘προφτάξα,

καί τσ’ άντρες εσκοτώσασι καί τά παιδιά τά ‘σφάξα.

τσοί γέρους ετσουρούσασι, τσή γρέδες τσή καϋμένες,

καί ‘πήρασι τσ’ απάτρευτες καί αυτές τσή πατρεμμένες,  80

επήραν νειές απάντρεφτες  γυναίκες παντρεμμένες,

κ’ αρχόντισσες καί κοπελιές καλοαναθρεμμένες.

πράμμα ‘τόνε παράξενο πώς έμεινεν αρθούνι,

πετούμενο ‘ς τό ουρανό, καί εις τή γής μαμούνι.

τόση Τουρκιά ‘πού πλάκωσεν τό δόλιο τό Καστέλι,

καί πώς αφήκα ζωντανό γέροντα γι κοπέλι.

Απομαυρίζαν οι κορφές, τ’ αρμιά καί οι παπούρες,

‘ς τσοί λάκκους εστοιβιάζουντα ‘σάν τά σφαχτά ‘ς τσή κούρτες,

δέν ήτονε μόνον Τουρκιά, μά καί ‘Ρωμηοί χιλιάδες,

‘που μέ τό ζόρε τσ’ έπερνα, τσοί δόλιους οι μπουρμάδες.  90

γιά βορδονάρους τσοί τραβού καί μέ τά χτήματα των,

‘σα σκλάβους τωνε τσ’ έχουσι γιά πάσα μία δουλειά των.

κ’ οι Σφακιανοί τό δίκηο των αντρίστικα τό ‘κάμα,

μά νά βαστάξου τήν Τουρκιά δέν ήτο μικρό πράμμα.

Πολύ καιρό λέσια Τουρκών ετρώγασιν οι σκάρες

μά κ’ ούλους δέν τσοί ‘κόβγασιν, αν είσα κ’ αγκινάρες.

καί δέ τό ‘συλλογιάζουταν όντεν εσηκωθήκα,

κακόν απού τό ‘κάμασι κ’ αυτοίν’ αφανιστήκαν.

μία πάρτε ‘σκοτωθήκασι, γι σκλάβοι κ’ επιαστήκα,

κ’ οι γιάλλοι ‘ς τά καράβια των επρόφταξαν κ’ εμπήκα. 100

καί μέ μεγάλη λύπησι καί μέ μεγάλη πίκρα,

επήγασι ‘ς τήν ξενηθειά καί τά Σφακιά τ’ αφήκα.

κ’ οι γιάλλοι αποφασίσασι κ’ εμείνα ‘ς τσ’ αμμουδάρες,

‘ς τή Σβουριχτήν εβγήκασι ούλοι γυναίκες κ’ άντρες.

 αυτός ο Βολουδόπουλος μαζί μέ τόν Μπουρδούνη,

κ’ αυτόνος ο Μανούσακας τσή ν’ Ίμπρος τό καντούνι.

Εκεί ‘ς τή μέση ‘ς τσή κορφές εβάρθηκαν νά ζιούσι,

κ’ εκείνοι ‘πού ‘γλυτώσασι ‘ς αυτούνους τό χρωστούσι.

κ’ από ‘κει μέσα ‘πόριζαν ‘σά δράκοι ‘πό ‘πεινούσα,

καί ζωντανούς τσ’ Αγαρηνούς επά κ’ εκεί τσ’ αρπούσα. 110

Κ’ απ΄ης εμίσεψ’ η Τουρκιά κ’ αυτοίνοι ‘κατεβήκα,

τά σπίθια τωνε κάψαλο καί τρόχαλο τά ‘βρήκα.

μ’ αυτό ‘ναί τό μικρότερο κακόν απού τσ’ εβρήκε,

πέτρες καί πρίνους η Τουρκιά αλήθεια των αφήκε.

κτιστάδες δέ χρειγιάζουνται μονάχοι των τά κτίζου,

καί χώμα δέν των λείπεται γιά νά τά χωματίζου.

μά ίντα νά φάσιν οι φτωχοί, τά ζά των αποκάμα,

καί που θέ νά χτυπίσουσι γιά νά γυρεύγου πράμμα:

δέν έχουσι νά βόσκουσι, νά σπέρνου, νά θερίζου,

πολλά κακά τσ’ εβρήκασι, πολλά τσοί τριγυρίζου.  120

καράβια πλειό δέν έχουσι νά τωνε κουβαλούσι,

κ’ α’ δέ  στριφογυρίζουνται, κακά θέ νά περνούσι.

Μ’ αυτοί δέν ήσα κουζουλοί νά ηπάσι νά ζαρώσου,

‘ς τά ‘ρημασμένα τά Σφακιά τσή πείνας νά καρώσου.

Αποκρεμούντα χαμηλά τσ’ αγάδες ετρυγούσα,

βούγια καί ‘γιδοπρόβατα απάνω ‘κουβαλούσα,

βούγια καί ‘γιδοπρόβατα εκάναν ίσια ‘πάνω,

καί γιανιτσάρους δέ ψηφού, πασάν, ουδέ Σουλτάνο.

μά καί ‘Ρωμηού νά τύχαινε δέν του τ’ αναγυρίζου,

καί μήπως εχου κ’ Ρωμηοί πράμμα ‘που νά τ’ ορίζου; 130

κ’ απ’ ούλους εκεντρώνασι αυτό τόν Αληδάκη,

‘που ήτο ‘ς τόν Αποκόρωνα ακουνιστό χαράκι.

‘που ‘χέ κοπάδι αλάλητα καί κάμπους καί λιβάδια,

καί μιτατοκαθίσματα μέ βρύσες καί πηγάδια.

δάσα, βουνά, καί χειμαδιά, στέρνες καί ποτιστήργια,

κουράδια τ’ αγριγιόβουιδα, κοπάδια τά μπεγίργια.

‘ληόφυτα κ’ αλαιτριγουδιά, χαλέπες καί χωράφια,

κ’ εις τό Χανιά τό Τοπαλτί μετόχια καί κονάκια,

περβόλια μελισσόκηπους, αμπέλια πατητήργια,

αλώνια καί ζευγόσπιτα, καί χόρτα καί τσαϊργια.  140

μιτάτα εικοστέσσερα έστενε ‘ς τήν αράδα,

συγκρατηχτά ‘πού τή Γωνιά νά υπάη ‘ς τή Λιβάδα,

απού τό Σφάραγκο… νά υπάη ‘ς τσή Καρέδες,

ούλη τήν ‘Ρίζαν έριζε χωράφια καί χαλέπες.

κ’ ούλα μαδάρες καί κορφές ήσαν εις τήν εξιά του,

από τσή Γούρνες ‘ς τή Γωνιά επίνασι τά ζά του.

μουιδέ καί δέν εντρέπετο νά λέη τω βοσκών του,

μέσα ‘ς τσ’ αυλές τω Σφακιανώ νά πηαίνου νά τά βόσκου.

γιά νά τσοί μπιζιγάρουσι καί μέσα ‘ς τά χωριά των,

νά μήν τσ’ αφήνου ήσυχους ‘ς τά χάλια τά ‘δικά των. 150

Μά ‘χέ καί μιτατάριδες, καί δούλους καί ζευγάδες,

δασκάλους καί σουμπάσηδες, καί ‘ντόπιους κ’ αραπάδες,

κ’ εμπλέκουντα τσοί Σφακιανούς, ‘σάν ήθελε τσοί σμίξου,

‘ς τόν πόλεμον επιάνουντα, ‘σάν ήθελ’ απαντήξου.

γιατ’ απού τόν αγά τωνε ήσα δασκαλεμένοι,

νά μήν αφήνου Σφακιανό ‘ς τόν τόπον του νά ‘μπαίνη.

κ’ αυτούνους καί τά ζά τωνε νά τ’ αποσκυλακούσι,

‘ς τόν εδικό του τό ναγέ πόδα νά μήν πατούσι.

καί μιάν ημέρα τά σφαχτά του παπά-Σήφη φεύγου,

καί μέσα ‘ς τή μαδάρα του επήγασι καί ‘μπαίνου.  160

κ’ αρπούσιν τά συγκούραδα, κιανένα δέν αφήκα,

πεσκέσι του Μπραϊμ-αγά ‘ς τόν Πρόσνερο τά ‘πήγα.

μά εσηκώθη κ’ ο παπάς ‘ς τή ‘Ροδαρέν εβγαίνει,

καί τό μιτάτο του αγά, ‘ς τόν Καλλικράτη πηαίνει,

ούλα, τουπειά, ξεπορταρές, λαβέντζια, κ’ αρμεγάργια,

καυκιά, μυζήθρες καί τυριά κ’ όσα ‘βράσι κουράδια.

Επήραν στείρα κ’ έγγαλα, στειράρους ‘γκαλονόμους,

καί μαντρατσίδες, κ’ αραγούς, θυλάκια, τυροκόμους

χαλού καί τά μιτάτα του καί πέτρα δέν αφήκα,

του πάπα-Σήφη τά σφαχτά πολλά ‘ξυνά του βγήκα.  170

Μά κάθα ημέρα, ‘πό παντού του πηαίνα τά μαντάτα,

πως θά τόν κάμ’ οι Σφακιανοί νά μήν έχη μιτάτα.

κ’ ακόμη κ’ οι ζευγάδες του του τό ‘λεγαν καθάργια,

πως θά τόν κάμ’ οι Σφακιανοί νά μήν εχη ζευγάρια.

ζιμι’ αποφάσισε καί αυτός γιά νά τσοί ‘ξολοθρέψη,

τά έχη του μία καί καλή γιά νά τά ζεμιστρέψη.

καί του υποσκέφτει κ’ ο πασάς πώς θέ νά του βουηθήξη,

νά ‘βγει νά ‘βρει τσοί Σφακιανούς ούλους νά τσ’ αφανίση.

Τρεις χρόνοι μόνο ‘πέρασαν, ‘ς τσοί τέσσερις απάνω,

‘που τά Σφακιά τά ‘ρήμαξε, τ’ ασκέρι του Σουλτάνο, 180

που κ’ Αληδάκης ‘βάρθηκε τ’ ασκέρι ν’ αρματώση,

κ’ οσ’ απομείνα Σφακιανοί νά τσ’ αποτελειώση.

‘Σ τόν Προσνερον, εις τό χωργιό κάνει τσ’ ετοιμασίες,

κ’ ασκέργια γράφει διαλεχτά, πεζούς καί ατηλίδες.

ψωμιά, μπαρούθια, κ’ άρματα τόν πύργον του γεμίζει,

κ’ ουλημερνής τσοί Σφακιανούς, στέκει καί φοβερίζει.

πως ‘ς τά Σφακιά ‘σάν τσοί χοχλιούς θά ‘βγει νά τσοί μαζώνη,

‘ς τή Σβουριχτή κ’ αν ανεβού κιανείς δέν του γλυτώνει.

Ζιμιό απεφάσισαν κ’ αυτοί νά τόνε φοβερίσου,

νά κατεβού ‘ς τόν Προσνερο νά τόνε ξεφτυλίσου.   190

γιά δέν τόνε βαστούσιν πλειό,‘σάν σκύλους τσοί μπαχίζει,

νά τσοί μαζών’ από παντού καί νά τσοί τριγουνίζει.

νά μή ‘μπορού καλόβολα νά ‘βγού ‘πού τά χωριά των,

καί νά προβάλου ‘ς τή κορφή, δέν είχα τήν εξιάν των,

ξέγνοιους νά μήν τσ’ αφήνη μπλειό καί νύχτα μουιδέ ‘μέρα,

βλέπου κ’ απού τά χέργια του δέν έχουσι γλυτέρα.

καί μαντατοφορίζουνται ούλοι ν’ αρματωθούσι,

καί νά μονομεργιάσουσι νά ειδούν πώς θά τό ‘βρούσι.

Νά ξανακάμουν πόλεμο ειν’ αποφασισμένοι,

‘ς τ’ Ασκύφου πρεμαζώνουνται στραθιώτες αντρειωμένοι,  200

καί μπογαράδες καί λυγνοί, μέ τσή μακρές χερούκλες,

καί μέ τά στήθια τ’ ανοιχτά, καί μέ τσή ποδαρούκλες.

μέ τά μακρέ τωνε σκουλιά, μέ τσή ‘πισοκαυκάλες,

τ’ αμπέθεια των τά μαλλιαρά, καί τσ’ ανοιχτές κουτάλες.

καί μία τουφέκα γαργερή βαστούσιν εις τή χέρα,

‘ς τή μέσην έναν πίστολο, καί μία σκουρομαχέρα.

‘ς τή ράχην ένα σάκκουλο μέ τά χοντρά βαστάγια,

καί καμωμένο ‘ξαργουτού νά βάνη δύο κριγιάργια.

Άλλοι ‘ναί καλοκαιρινοί, κ’ άλλ’ είναι γαμπαδάτοι,

κ’ άλλοι μέ τσή ρασόκαρτσες, κ’ άλλοι ‘ποκαμισάτοι.  210

κ’ η φορεσιά καί τ’ άρματα ‘λιγάκι καπνισμένα,

καί μέ λουρί επά κ’ εκεί ραμμένα καί δεμένα.

εσηκωθήκα καί πολλές γυναίκες κ’ ακλουθούσι,

κ’ αν ‘αι καί γείνη πόλεμος καί αυταίνες νά βοηθούσι.

κ’ ως ήσα ‘ποκαμισαρές καί μέ τσοί κουτελίτες,

τσή σούφρες καί μέ τσή ποδιές καί μέ τσή πηγουνίτες.

Αφήκα σπίθια καί παιδιά, τσή ρόκες καί τ’ αρδάχθια,

δίχως νά κλάψου κιαουλιάς, δίχως νά χύσου δάκρυα.

τσ’ ανθρώπους τωνε μοναχούς δέ θέλουσι ν’ αφήσου,

μήν πάσιν εις τόν πόλεμο νά μή ξαναγυρίσου.        220

‘Σ τ’ αρχοντικό ‘ς τό ‘σοχωρο, εις τό δροσιό του πρίνου,

καλοί κακοί μονομεριού, νά ειδούν ίντα θά γίνου.

γυναίκες, γέροντες καί νειοί, ούλοι μικροί μεγάλοι,

εκεί μονομεριάζουσι, νά κάμουν ένα χάλι.

κ’ απ’ εις εμαζωχτήκασι, ολόγυρα καθίζου,

κ’ οι γιάλλοι στέκουσιν ορθοί τσοί τοίχους ακουμπίζου.

καί λέ’ ο ένας τό μακρύ κ’ ο άλλος τό κοντό του,

κ’ ο κάθε εις τήν γνώμην του, ‘σα φτάνει τό μυαλό του.

λέει των κ’ ο Μανούσακας, μέ τήν χοντρή φωνάρα,

καί μέ τήν ‘ποκαμίσαν του, καί τή πλατέ ζωνάρα,  230

απού ήτονε κ’ η γιαφορμή, γιά νά πρεμαζωχτούσι,

κ’ εδά ‘σά του πνεμματικού τά λόγια  του γροικούσι.

κ’ όσα των είπε, κ’ ως εδά, ούλα ‘ναί παροιμίαις,

καί ‘βγαίνουσι κ’ αληθινά ‘σάν ‘νά ‘ναί προφητείαις.

-Μωρέ παιδιά, γροικήσετε κ’ εμένα τή βουλή μου,

απού σέ τέθοια βάσανα, άσπρισ’ η κεφαλή μου.

δέ κρίνω ν’ ανημένωμε καί έτσι νά καρτερούμε,

τόν Αληδάκη ‘γλήγορα επά θά τόν δεχτούμε

μετρήσετε τό γνωστικά, τό πως δέ μας συμφέρει,

εις τά Σφακιά νά ξαναβγει τό Τούρκικον ασκέρι.   240

θά κάψουν τή καλύβα μας, ‘σάν τήν εξανακάμα,

κ’ ούλ’ η φτωχειά μας θά χαθεί, κ’ αν έχωμε καί πράμμα.

κ’ όσοι γλυτώσουν ύστερα θά μείνου δίχως βράκα,

καί σπίθια καί νοικοκυργιά θ’ αρχίσου ‘πού τήν άκρα,

γιατ’ Αληδάκης τό σκυλί ειν’ αποφασισμένος,

γ’ εμείς νά ξεκληρίσωμε, γ’ εκείνος ξεβγαρμένος.

Μόν’ ως αποφασίσωμε κάτω νά κατεβούμε,

‘ς τό Μπρόσνερο, ‘ς τόν Πύργον του νά υπά νά τόν ευρούμε.

νά μή τ’ αφήσωμε καιρό τ’ ασκέρι ν’ αρματώση,

νά κάμη ούλες τσή δουλιές, νά ‘ρθει νά μας πλακώση. 250

καί ‘σά τόνε ξεκάμωμε, γλυτώνου τά παιδιά μας,

γλυτώνουσι τά έχη μας καί τά νοικοκυργιά μας.

κ’ ο βασιλειάς θέ νά τό ιδεί τό δίκηο τό ‘δικό μας,

καλά ‘πού του τό ‘κάμαμε, θά πει, κ’ ας ειν’ εχθρός μας.

κ’ οι Τούρκοι δέν αποκοτού κιανένας δέ σιμώνει,

γιατί, κ’ αν ελιγάναμε, μάσε φοβούντ’ ακόμη-

Καί τότες αποκρίθηκεν αυτός ο παπά-Σίφης,

‘που τά ‘λεγεν τά λόγια του ‘σάν νά ‘τόνε προφήτης,

κ’ ήτονε καί τού Καστελιού στόμα, σέ τέθοια βάλη,

του Καλλικράτη η πρεπειά, ξεχωριστό κεφάλι.   260

-αυτ’ εναι Θεού φώτισι, Μανούσακα, η βουλή σου,

κ’ άφης πώς εις τά βάσανα άσπρισ’ η κεφαλή σου

εμένα μου τ’ ονείρεψε, γεις μέ τό καμυλαύκι,

νά ‘πάμε νά χαλάσωμε τόν πύργο τ’ Αληδάκη.

κ’ αποψ’ είδα ‘ς τόν ύπνο μου τόν Άγιον Νικήτα,

καί μου ‘λέγε ‘ς τόν Προσνερο νά ‘πάμε μέ τή νύχτα.

κ’ ύστερα πώς επήγαμε κ’ είχα χαρές καί γέλοια,

πως είδα κ’ εχαλάσασι του Πύργου τά θεμέλια.

μόν’ ως αποφασίσωμε κάτω νά κατεβούμε,

τόν Αληδάκη ‘ς τά Σφακιά μή τόνε καρτερούμε. 270

θέ νά ‘χωμε καί φύλακας Άγιους καί Παναγία,

γιατί θά πολεμήσωμε γιά πίστιν καί πατρίδα.

κ’ ο ύψιστος οπού θωρεί τή στενοχώρησί μας,

βουηθός θέ νά μάσε γενή ‘ς τή στράτα τή ‘δική μας.

εμείς κακή τήν έχωμε παιδιά μου, έτσι κ’ έτσι,

‘ς τόν Πρόσνερ’ ας κατέβωμε, κ’ ύστερ’ ας έρθ’ ότι έρθει.

τόν Αληδάκη, τό σκυλί, ως πότε θά βαστούμε;
 
καλόβολα ‘ς τήν πόρτα μας νά ‘βγούμε δέ ‘μπορούμε.

μία φορά θ’ αποθάνομε καί ‘τές ξεκουρασιά ‘ναί,

μ’ απού τή ζήσι τήν κακήν ο θάνατος καλλιά ‘ναι. 280

εις τσ’ ουρανούς οι γιάγγελοι θά μας αποδεχτούσι,

καί η γιερχόμενες γεναίς θά μάσε συχωρούσι.

Είπεν ο Δασκαλόπαπας, λέσι, κ’ άλλοι παπάδες,

μέσα ‘πού τήν Ανώπολι, κ’ από τσή Κομητάδες.

ο παπά Σήφης Σκορδύλης, κ’ ο Χατζηδογιωργάκης,

Μπουρδούνης, Σιφοδάσκαλος καί ο παπά Μωράκης.

Βλάχοι καί Μαυροπάτεροι είπασι τή βουλή των,

νά ‘πά νά βρούσι τόν αγά ήτον η γιαφορμή των.

κ’ έμειναν ούλοι σύφωνοι, απόφασιν εκάμα,

‘ς τόν Πρόσνερο νά κατεβού δίχως κιανένα πράμμα. 290

Μά είπε κ’ η Πατσουροζαμπιά κ’ εμείς θ’ αρματωθούμε,

κ’ η Νικολέτα, κ’ η Χρουσή «θέ νά σας ακλουθούμε,

μαζί νά πολεμήσωμε, μαζί κ’ αν ‘αι χαθούμε,

κ’ εμείς εβαρεθήκαμε τσοί Τούρκους νά γροικούμε»

ούλες μαζί θέ νά ‘ρθωμε φωνιάζ’ η γι’ αρχοντούλα,

μέ τή Λουπασσο-Κατεργιά καί παπαδο-Σοφούλα.

Γυναίκες, σεις νά κάτσετε μαζί μέ τά παιδιά σας,

μά σας κάτω ‘ς τόν Πρόσνερο, δέν έναι η δουλειά σας.

ογλήγορα ‘ς τά ‘σπίθια σας, των λέν’ οι πολεμάρχοι,

μά ‘μεις του Πύργου τή Τουρκιά τήν τρώμε καί μονάχοι. 300

-Μά ‘μεις δέν απομένομε, μαζί σας θ’ ακλουθούμε,

τσή ‘Ρωμηοσύνης τόν οχθρό κ’ εμείς θά πολεμούμε.

-«’Ας έρθου, ‘σά δέ γίνεται, μά η πρώτη των δέν έναι»,

είπεν, ο Βολουδόπωλος, «κ’ η συντροφιά καλ’ έναι».

Βαθειάν αυγή σηκόνουται, κ’ ούλοι μονομεργιούσι,

καί κάνουσι παράκλησι ‘ς τό δρόμο γιά νά ‘μπούσι.

Παπάδες δεκατέσσερις τά ιερά ‘ντυμένοι,

διαβάζουν τή παράκλησι ‘ς τά δάκρυα βουτημένοι.

οι λαϊκοί ανατολικά κάνουσι τό σταυρό των,

τήν Παναγιά παρακαλού τό μοναχό βουηθό των.   310

ξεσκούληδες παρακαλού καί σκύφτου τό κεφάλι,

«Υπεραγία σώσε μας» λέσι μικροί μεγάλοι.

ούλοι, γυναίκες καί παιδιά, μαζί παρακαλούσι,

καί κάνουσι κ’ αγιασμό καί τό σταυρό φιλούσι

εκάμασι κ’ αγιασμό καί τό σταυρό φιλούσι,

οι γεροτάδες τσοί ‘βλογού, κ’ απόκειας ξεκινούσι.

κ’ ως τά γλυκοχαράγματα τόν Πρόσνερο κυκλώνου,

καί δύο παιγνιώτες διαλλεχτοί ‘ς τόν Πύργον αποσώνου.

ο Καραβάνος εν’ ο γεις, κ’ άλλος ‘πού τσοί Μπουζίδες,

κ’ αυτούς τσοί δύο τσ’ επέψασι ‘πού σάν καλ’ αγουτζίδες. 320

καί παραγκένουσι τωνε νά υπάσι νά χωστούσι,

κ’ ας διαφωτίση τό ταχύ, χαζίροι νά ‘βρεθούσι,

‘πού θά προβάλλη ο αγάς απού τό παραθύρι,

μόνο νά μήν του κάμουσι λύπησι καί χατίρι.

τό μου κ’ ανοίξη γιά νά ιδή, τσ’ εργάτες νά φωνιάξη,

τσοί δουλευτάδες, τσοί βοσκούς, γιά νά τσοί διατάξη,

νά του μονοφτυλίσουσιν αμέσως ‘σάν προβάλη,

πριχού προφτάξη νά τσ’ ιδή, γη του τό ειπούσιν άλλοι.

τά ‘μμάθια των ν’ ανοίξουσι γιά νά τόνε σκοτώσου,

νά υπάσιν ύστερα κ’ αυτοί τόν Πύργο νά τσακώσου.  330

Μά τ’ αρκοπούζια τ’ άπιστά του ‘κάμασι χατίρι,

γιατ’ ως εφάνη τό ταχύ απού τό παραθύρι,

τωμονοπαίξασιν κ’ οι δύο, μά ‘κείνα δέν επήρα.

κ’ αυτούνου ‘λίγα βάσανα τωφύλαγεν η μοίρα.

άκουσε τσή πυροβολές, καί τρέχει ‘ς τόν οντάτου,

‘ντύνεται κ’ ορδινιάζεται, καί βάνει τ’ άρματά του.

κ’ είχε καί μία διακοσαρέ αράπιδες κ’ αγάδες,

τω Σφακιανων εφώνιαξεν, «ήρθετε κερατάδες;

θά σάσε δείξω ‘γω μωρέ, πώς πολεμούν οι γιάτρες,

‘πού δέ τό καταδέχουται νά κάνουσι μποσκάδες».  340

Λέει τον ο Μανούσακας μέ τήν χοντρή φωνάρα,

καί μέ τή ‘ποκαμίσαν του καί τήν πλατέ ζωνάρα.

-«εδά θά ιδής, μωρέ μπουρμά, μέ ποιούς θά πολεμήσης,

‘πού ‘χαζιρεύγου, καί καλά, ένα νά μήν αφήσης.

νταγιάντισε τό πόλεμο ‘σάν είσαι παλληκάρι,

κ’ ο δαίμονας τό ‘λόγιασε σήμερο νά σέ πάρη.

Κ’ ώστε ‘που νά τό καλοειπεί, ούλ’  εχυνοβολήξα,

κ’ αρχίζουν τόνε ‘ς τά ψού ψού, μέσα τόν εσφαλίξα.

κ’ απόξ’ όσοι ‘βρεθήκασι τσή μπαλοτές γροικούσι,

κ’ όσο ‘μπορούσι φεύγουσι, ούλα τά παραιτούσι.   350

Καί του Προσνέρου η Τουρκιά, οι τρομεροί ζορμπάδες,

απ’ ούλος Αποκόρωνας δέν είχε τέθοιους σκιάδες,

εις τ’ άρματα ‘σταθήκασι, μ’ αν ‘αι κ’ αντισταθούσι,

τόν άλλο κόσμο ‘γλήγορα ούλοι θά τόν ευρούσι.

εκάμασι ν’ αντισταθού μ’ αν ‘αι καί ταβραντίσου.

τόν άλλο κόσμο ‘γλήγορα θά τόνε σουργιανίσου.

‘σαν είδα τέθοιο  χωρατά τήν ράχιν εγυρίσα,

σπίθια κ’ οζά καί πράμματα ούλα τά ‘παραιτήσα,

κ’ επήγασιν εις του Βαφέ, ‘ς τόν Νίπος, κ’ εις του Βάμου,

κ’ εβλέπασι τσοί Σφακιανούς τόν Πρόσνερο πώς διάχνου.  360

‘ς τό Πύργον τό Μπραϊμ-αγά, πως τόνε συγυρίζου,

τά σπίθια καί τά ζά τωνε πως τά ξετσαμπαδίζου.

Άντρες κιαμιά πενηνταρέ οι Τούρκοι Προσνερίτες,

κ’ απ’ ούλους οι κακώτεροι αυτοί  ‘σάν οι κοπρίτες

‘ς τ’ Αποκορώνου τά χωριά εκάθουντα χιλιάδες,

αγάδες ξεκουκουλωτοί, γιανίτσαροι μπουρμάδες,

αγάδες ξεκουκουλωτοί γιανίτσαροι μπουρμάδες.

κοντεύει νά ξεκάμουσι τσοί δόλιους τσ’ αραγιάδες

καί δέν αποφασίσασι καθόλου νά σιμώσου,

καί τ’ Αληδάκη του φτωχού βοήθεια νά του δώσου. 370

Κ’ απού τ’ ασκέρι του πασά κιανένας δέν εφάνη,

γιατί δέν των επέψασι βασιλικό φερμάνι.

κ’ αφήκασι τόν έρημον, τό δόλιον Αληδάκη,

κ’ εφάγα τόν οι Σφακιανοί, ως τό κολατσιδάκι.

κ’ εφάγα τόν οι Σφακιανοί ως τό κολατσιδάκι,

μά δέν τόν ήρθε χαύτωμα, μουιδέ καί μεζεδάκι.

κ’ αυτόνον καί τσ’ αθρώπους του, ούλους τσ’ εκαταλύσα,

μέσα ‘ς τόν Πύργο ζωντανό κιανένα δέν αφήκα.

γιατ’ εμονομεργιάσασι κ’ ούλ’ οι καλοί παιγνιώτες,

κ’ εβλέπα τά παράθυρα, φονέδες καί τσή πόρτες,   380

κ’ απ’ όπου ‘βλέπασιν καπνόν, ουλ’ εμονοφτύλιζα,

κ’ εσπούσα γιαπαλόπετρες καί τά σμαγδάλια ‘νοίγα.

κ’ ως εξαναπροβαίνασιν οι Τούρκοι κ’ εξαμώνα,

των έπαιζαν οι Σφακιανοί, ‘ς τόν τόπο τσ’ εξαπλώνα.

λαγούμια των εκάμασι κ’ επέσ’ οι καντουνάδες,

Αλλάχ-Αλλάχ, ‘φωνιάζασι καί ‘ντόπιοι κ’ αραπάδες.

Μ’ αντρείστικα ‘πολέμησα, ‘σάν άτρες εβαστάξα,

ούλοι των εσκωτώθηκαν, τά ‘ζύγωναν εφτάξα.

κ’ αυτόνος ο Μπραϊμ-αγάς έχασεν τή ζωή του,

καί μόνο πέντε μπαλοτές έφαε τό κορμί του.   390

κ’ ούλ’ επαραξενεύτικαν ‘ς  τή τόση τήν ατρειά του,

τά κρέτα του τήν είχασι τήν όψιν του γαλάτου.

Κ’ απ’ ης καί τσοί ‘σκωτώσασι μέσα ‘ς τόν Πύργο ‘μπήκα,

κ’ επήραν ότι ‘βρίκασι καί πράμμα δέν αφήκα.

‘ς τόν Πρόσνερον εκάτσασι κ’ εκάμασι καί δείπνο,

καί τά ‘σπιτάκια τω Τουρκών ούλα τά ‘κάμα λύχνο.

‘ς τόν Πρόσνερον εκάτσασι κ’ εκάμασι καί γιώμα,

κ’ εις τά σπιτάκια των Τουρκών αφήκασι τό δώμα.

καλά τά ‘συγυρίσασιν εβγάλα καί τσή πόρτες,

κ’ εκάμαν τά νά κατοικού σπουργίτες καί σκουλώπες. 400

μά οι γιαραγιάδες νά ‘ν’ καλά ‘που θά τσοί ξαναβάλου,

γιατ’ οι μπουρμάδες μετ’ αυτούς τό έχι των θά βγάλου.

καί πως νά κουβαλήσουσι τά τόσα κελεπίργια,

μουϊδέ γαϊδάρους έχουσι μουλάργι’ ουϊδέ μπεγίργια.

εκάμασι τά χτήματα, μονάχοι τά σηκώνου,

κ’ ότι ‘μπορούσε κάθε εις ‘ς τ’ Ασκύφου τ’ αποσώνου.

ούλοι, γυναίκες, καί παιδιά ομάδ’ εκατεβήκα,

κ’ εγδύσασι τόν Πρόσνερο καί πράμμα δέν αφήκα.

Περίσσεια ‘κουραστήκασι δύο ‘μέρες νά τόν γδύσου,

κ’ ότι των εσηκώνετο πράμμα νά μήν αφήσου.        410

ούλα τά ‘κουβαλήσασι ‘ς τ’ Ασκύφου ‘ς τό λιβάδι,

η κάψα δέ τσ’ εμπόδιζε μουϊδέ καί τό σκοτάδι.

πόρτες, πιθάργια καί βουτσιά, μέ τό κρασίν ομάδι,

καί τό κριθάρ’  επήρασι, πέρνουσι καί τό λάδι.

τσικάλι δέν αφήκασι, πινάκι, ουδέ σανίδα,

σκουτέλι, κουλουκουτερό, μουιδέ καί λεκανίδα,

καζάνια σαράντα εφτά, λαβέντζια του μιτάτου,

‘πού, κ’ Αληδάκης ο φτωχός τά ‘βρέ ‘που τόν παμπά του,

μπρίκια, τηγάνια, τέντσερα, σοφράδες, καί μπακίρια,

καί τά μπαρούθια πέρνουσι, πέρνου καί τά μολύβια,  420

κ’ οσά μουλαρογάϊδουρα, φοράδες, καί μπεγίργια,

ούλα τά πρεμαζώνουσι μέ γέλοια καί παιγνίδια.

καί ρούχο, που νά ‘φήσουσι, γδυμνοί ‘σάν οι καϋμένοι,

γδυμνοί ‘σά καί ‘ξυπόλητοι καί κακαποδομένοι.

μαύρο είτονε τ’ αμμάτι των κ’ ότι έβρισταν τό ‘πέρνα,

τόν Πύργ’, αν εσηκώνετο, ‘ς τ’ Ασκύφου τόν εφέρνα.

η στράτα, ‘που τόν Πρόσνερο νά υπάη ‘ς τό Λιβάδι,

ήτονε μία μελιττακειά συγκρατηχτό κοπάδι.

οι γ’ όφκερ’ εκατέβαινα, κ’ οι φωρτωμένοι ‘βγαίνα,

κ’ άφηναν τό γομάρι των, κ’ οπίσω κ’ εγιαγέρνα.   430

κ’ ότι ‘βρήσταν τό ‘σηκώνα, καί πάλι ‘πίσω ‘πήαινα,

κ’ ουλημερνής, κ’ ουληνυχτής ανεβοκατεβαίνα,

ωσάν τό κάνου οι μέρμηγκες οντες εις τήν φωληά των,

τό καλοκαίρι κουβαλού θροφή, γιά τή χρονειά των.

‘Στ’ Ασκύφου ‘μονομέργιασαν ούλα τά κελεπίργια,

κ’ απόκειας τά ‘μοιράσασιν ούλα, δίχως χατίργια.

μά γιά ψηφίν εις τσ’ άρχοντες εδίδασι δύο πάρτες,

κ’ αυτοί καλά ‘σηκώνασι κ’ εκάμασι καί στράτες.

Αυτόνος ο Μανούσακας μέ τά χοντρά στιβάνια,

ενα γομάρι ‘σήκωσε λεβέντια καί καζάνια.   440

κ’ ουλ’ επαραξενεύτηκαν καί τσούρμο καί λογάδες,

πιάνουσι καί ζυγιάζουντο καί ‘βγαίν’ ογδόντ’ οκάδες.

Οι Σφακιαν’ εμοιράζασι τά έχη τ’ Αληδάκη,

κ’ οι Τούρκοι τόν εκλαίγασι κ’ έπιναν τό φαρμάκι.

κλαίει τόν κ’ η χανούμη του, παρηγοργιά δέν έχει,

του γυιού τσι τό ‘παράγγελνε ‘ς τσ’ αγκάλες τσή τόν έχει.

υγιέ μου, μέ τσοί Σφακιανούς νά έχης τήν ευκή μου,

έχθριτα νά μήν έχετε, νά σέ χαρώ παιδί μου.

κ’ ας τρώσι βούγια καί σφαχτά, μ’ αυτά δέν αποκάνου,

νά μή σού ‘βρίστουν αφορμή πόλεμο νά σού κάνου,  450

καί νά σέ κάμουσι καί σέ, ‘σάν ‘κάμαν τόν παμπά σου,

νά χάσης τό κορμάκι σου καί τά νοικοκυργιά σου.


Μά κλαίουσι κ’ οι Σφακιανοί καμπόσους αντρειωμένους,

λειοντάρια ‘ς τήν παλληκαργιά, ‘ς τόν πόλεμ’ αξιωμένους.

κλαίσι τό Μπουζο-Θόδωρο, ‘που ‘χέ μεγάλο νάμι,

καί τό’ Φλέ-φλέ τό Σταβιανό, καί τόν Πατερογιάννη.

τόν Κανακό-Γερώνυμο, απού ‘τόν αντρειωμένος,

κ’ ήτο καί νειός μονοχογυιός, περίσσεια χαϊδεμένος.

κλαίσιν τό Σκορδαλ’ Αντρούλη, τόν όμορφο παιγνιώτη,

μαζί μέ τόν παπά-Βαρδή, καί τόν παπά τό Χιώτη.  460

καί τόν Σπαντιδο-Κωνσταντή, καί τόν Σηφο-Μανώλη,

τόν Μπριλογιάννο-Θόδωρο, ‘που τόν ‘παινούσαν όλοι,

καί τό Νικόλα-Μαλαντρή, τό ‘Ρούσιο, απού τό Θόλος.

καϋμένος ο Βαφό-Κωστας, κ’ ο Μπήργερος ο Πόλος.

κλαιν τή Μπουρπαχο-Κατσουλή, μέ τήν μακρέ πλεξούδα,

από ‘πολέμ’ αντρείστικα, κ’ ας ήτο κοπελούδα.

κλαίσι καί τήν Σγουραφελλιά, πώκανε τά λαγούμια,

κ’ έκανε τά παιδιά ‘ρφανά, χηράδες τά χανούμια.

οπού τήν ηβρ’ η μπολοτέ κ’ έπεσεν εις τό δώμα,

καί πέρν’ η μπόρμπερη φωθιά καί τηνε κάνει λυώμα. 470

καί γλήγορα θά κλάψουσι καί τόν Ζαμπετο-Γιώργη,

καί τόν Μιχαλιουδό-Πόλο, καί τό Βάρδο-Κοκόλη,

καί τόν Μπουνατο-Μιχελή, κ’ έχου μεγάλη πίκρα,

κ’ αυτοί βαρέ ‘ς τόν πόλεμον περίσσεια ‘βαρηστήκα.

Μά ‘σάν απομοιράσασι τό στρώνου’ ‘ς τό Λιβάδι,

εκεί γιά νά ξεκουραστούν εμείνασι τό βράδυ.

εσφάξαν βούγια καί σφαχτά καί στείρες καί κριγιάργια,

καί μερτικά γεμίζουσι λαβέντσια κ’ αρμεγάργια.

εψήσα βούγια καί σφαχτά, κριγιάργια σουβλισμένα,

νά φάσι νά ξεκουραστού τά πολυοκουρασμένα.  480

τσή στείρες κάνου σουβλιστές,τά βούγια ‘ς τά λαβέντσια.

καί των ψηστών η μυρωδιά εγείνηκε ‘σά νέφια.

μαζ’ εχαροκοπήσαν ήπια κ’ ετραγουδήξα,

κ’ εκείνους ‘που ‘σκωτώθησαν τσ’ εσυχνομακαρίσα.

Εδέτσι τόν εδιάξασιν αυτό τόν Αληδάκη,

‘πού ήτο ‘ς τόν Αποκόρωνα ακούνιστο χαράκι,

κ’ ήτονε κ’ ο πλουσιώτερος τω γιανιτσαραγάδω,

κ’ ακόμα δυνατώτερος απ’ ούλω τω πασάδω,

καί δέν επρόφταξ’ ο φτωχός τ’ ασκέρι ν’ αρματώση,

νά ‘βγει νά ‘βρει τσοί Σφακιανούς, ούλους νά τσοί σκοτώση. 490

Οι σκούροι κ’ οι αναλαγοί δέν τόν εκαρτερούσα,

‘σα σκάρες μέ τή μυρωδιά επάνω του ‘γλακούσα.

εστριφογυριστήκασιν εμπρός κ’ ορδινιαστήκα,

κόπο νά κάμη νά τσοί ‘βρή αυτοί δέν τόν αφήκα.

‘Σ τόν Προσνερο ‘κατέβηκαν ‘που ‘λά τά χαζιρεύγει,

νά μή τόν κάμουν ‘ς τά Σφακιά νά ‘βγει νά τσοί γυρεύγη

επήγαν ‘ς τό κονάκι του καί μέσα τόνε κλειούσι,

εις τά Σφακιά νά ξαναβγεί; καλλιά τόν καταλυούσι.

Καλά ‘που του τό κάμασι τ’ άπονου του καρμίρη,

‘πού ‘γέμισε τόν Πύργον του μπαρούθια καί μολύβι 500

άρματα κ’ εχαζίρευγε τσοί Τούρκους ν’ αρματώση,

καί τσοί καϋμένους Σφακιανούς νά ‘βγει νά θαλασσώση.

κ’ ασκέργια ‘μονομέργιαζε εις τά Σφακιά νά βγάλη,

νά μήν αφήση ‘ς τά βουνά πέτραν απάνω ‘ς άλλη.

ασκέρ’ εμονομέργιαζεν εις τά Σφακιά νά ρίξη,

τσοί Σφακιανούς εις τά γρεμνά ούλους νά τσοί γκρεμίση.

γιατί τσ’ ερρήμαξ’ η Τουρκιά τσοί δόλιους, κ’ επεινούσα,

καί πότες γεροντόβουιδο πότες σφαχτό τ’ αρπούσα,

κ’ εμπαίνα καί κιαμιά φορά εις τσ’ εδικούς του τόπους,

απού δέν ήθελε νά ειδή μουιδέ καί ζά ουδ’ αθρώπους.  510

αυτός δέ τσ’ ελυπάτονε τσή πείνας νά ψοφήσου,

κ’ εκείν είχασιν όρεξι νά τόνε συγυρίσου.

γιά τήν κακήν του γειτονειά νά τόνε ‘ξεπαστρέψου,

καί τσ’ εδικές τωνε κορφές νά ειδούν α ξεμπερδέψου.

π’ αυτόνος ο Μπραϊμ-αγάς μέ τόν αγάν παμπά του,

τά γονικά των άρπαξε καί τά ‘κάμε ‘δικά του.

γι’ αυτως εκατεβήκασι ‘ς τόν Πρόσνερο μέ τ’ άστρα,

κ’ αυτόνο καί τσ’ αθρώπους του, ούλους τσ’ εκάμα πάστρα.

τόν Πύργον εχαλάσασι καί μέσα τσ’ επετρώσα,

‘ς τήν απονιά του τήν πολλή καλά τόν απλερώσα.  520

καλά τόν επλερώσασι γιά τήν καλ’ αθρωπειά του,

επήρα καί τά έχη του καί τά νοικοκυργιά του.

πέρνου καί τσή μαδάρες του, ‘πό ‘σταινε τά μιτάτα,

‘πο ‘κάνα τά καλά τυριά, τσή ‘Ροδαρές, τ’ αφράτα.

κ’ αυτόνο τόν αμπώξασι, ‘πίσω ‘ς τή βορεινάδα,

κ’ έχασε καί τήν έρημη του κόσμου πρασινάδα.

έφαε τό κεφάλι του, πάσιν κ’ ούλοι τ’ οι κόποι!

«των ακριβό τά πράμματα, τά τρών’ οι χαροκόποι».

Κ’ εγώ τόν εδηγήθηκα ούλο ‘ς τήν αφεδιά σας,

νά μή τόνε ξεχάσετε, καί ‘σεις, καί τά παιδιά σας. 530


Γιώργης  Πάτερος.


 

 
Copyright © 2017 ΣΦΑΚΙΑ η ρίζα της Κρήτης | all rights reserved