Αρχική σελίδα Λογοτεχνικά Ποιήματα Το κυνήγι της πυροβολικής. Ν. Ψαρού
Το κυνήγι της πυροβολικής. Ν. Ψαρού Εκτύπωση E-mail

Ποίημα αφιερωμένο στον αγωνιστή της Αντίστασης  του 1941-45

από το Ασκύφου, Σταύρο Καπριδάκη και αναφέρεται στη μάχη που
 
έδωσε μοναχός του ο αγωνιστής με ομάδα Γερμανών.
             
Το ποίημα γράφηκε από τον χωριανό του Νίκο Ψαρό.

        

       Το κυνήγι της Πυροβολικής

Την εποχή τση Κατοχής, οι Γερμανοί σολντάτοι

εις το κυνήγι βγήκανε μ’ αυτόματα και χάρτη.
 
Νυχτ’ απ’ τ’ Ασκύφου ξεκινούν στη Στάζο ν’ ανεβούνε

κι εκείνους π’ έκεια διάγουνε και βόσκουν-τα τα γίδια

όπου κι’ ανέ τσοι βρούσινε να κάμουν-τσοι κυνηγιά.

Γιατ’ όπως, λέει, μάθανε, Εγγλέζους υποθάλπαν

κι εχθροί  ‘σανε του Χίτλερη ούλοι κακοί και βλάφταν.
 
Μ’ άσκημα των εγύρισε: κρέας εις τα μουλάρια

του Χίτλερη γιαγύραν τα, κείνα τα παλικάρια....

Λιοδόσματα ξεπιτηρούν και μπαίνουν σ’ ένα λάκκο

μ’ ως μπήκανε των ήρθενε ο κόσμος άνω-κάτω.

Μπαίνουν στην Πυροβολική, θωρούν ένα γιδάρη,

ένα ψηλό, ένα λιγνό κι όμορφο παλικάρι.

Ένα σγουρό, ένα ξανθό, π΄ εβάστα και ντουφέκι

κι έστεκε και στοι γαύγιζε κι ο σκύλος του παρέκει.

Ερρείξανέ του μια ριπή, πασπάλοι τον σκεπάσαν

μα μέσα εις το σύννεφο ωσάν αητό τον χάσαν.

Ωσάν αητός φτερούγιζε και μπαίνει σε μια μάντρα

κι απόκεια των ξαπολά ζεματιστά τα κάντρα.

Από κεια τόπο έπιασε και τώνε παίζει ντρέτα

Το «καλώς ήρθαν» τους κερνά ζεματιστά κουφέτα

Εις τς΄αστιβίδες πέσανε και σαν τσοι κολισαύρες

θρούβουνε και ζαρώνουνε να μην τσοι βρουν οι μπάλες.

Μ΄οι γι-αστιβίδες δεν μπορούν μπάλες να απαντούνε

κι ανατινάσσεται γιεις, γιεις-ψύλλοι τόνε τσιμπούνε.

Ανατινάσσεται μια-δυο, τρεις-πέντε κι ησυχάζει

Και μπάλες μπλιό δεν τον ξιπούν αν πέφτουν και χαλάζι...

Έτσα ετούτη τη φορά του Χίτλερ οι στρατιώτες

που στη Μαδάρα βγήκανε να κάνουν τσοι παιγνιώτες

κακά ΄χαν για αναφορά, κακά και μαύρα νέα:

το λοχαγό τους χάσανε και ένα δεκανέα.

Μισερωμένος σοβαρά, με λίγες τσοι ελπίδες

και άλλος γι-εις τσοι πότισε με αίμα τσ΄ αστιβίδες...

Κι ο νειός απού τσοι σκότωσε, που φύλαγε τα γίδια,

κυνήγι που τον θέλανε και τσ΄ έκανε κυνήγια,

ήταν ο Καπριδοσταυρής απού καλά ξαμώνει

κι ειν και στα πόδια γρήγορος ωσάν το χελιδόνι.

Σαν χελιδόνι πέταξε κι εις  το χωριό  προβαίρνει

φωνιάζει το είντα ΄καμε κι ο κάθα γι-εις ας φεύγει....

Μ΄οι Ασκυφιώτες και εδά καλή πάλι τη ΄βγάλα:

Μ΄΄ομορφα λόγια και παχειά, ξυγκάτα και μεγάλα,

πάνε λένε το Γερμανώ, Θεός μην τσοι αποθάνει

τον παρτιζάνο τον κακό σαν το Δασκαλογιάννη

΄ξο να τον γδάρουν ζωντανό, ξο να τονε κρεμάσουν

οι γ-ίδιοι με τα χέρια τους όντε κι αν τονε πιάσουν...

Και πίστη για να δώσουνε, πως όπως λεν θα διάξουν

θα παν και το κονάκι του γιαμιάς να του το κάψουν.

Ένα ΄ρημοβουιδόσπιτο, κοπράχερα και ψύλλους

γεμάτο καιν΄και κάνουν τσοι τσοι σκύλους πάλι

            «φίλους».

Επεξηγήσεις

Σολτντάτοι από το σολντάτ = στρατιώτης στα Γερμανικά.

Διάγουν = διαβιούν.

Γιαγύραν = γύρισαν, επίστρεψαν.

Λιοδόσματα = Η έναρξη της ανατολής του ηλίου, πρωινό.
 
Ξεπιτηρούν = εμφανίζονται.

Γιδάρης = βοσκός κατσικιών, βοσκός αιγών.

Κάντρα = σφαίρες.

Μπάλες = σφαίρες.

Αστιβίδες = χαμηλός θάμνος με αγκάθια της Κρήτης.

Κολισαύρες = ονομασία είδους μικρόσωμης σαύρας της Κρήτης.

Θρούβουνε = συμμαζεύονται.
 
Μισερωμένος = τραυματισμένος.
 
Παρτιζάνος = αντάρτης.

΄ξο = εξόν = εκτός.

 
Copyright © 2017 ΣΦΑΚΙΑ η ρίζα της Κρήτης | all rights reserved