Αρχική σελίδα Λογοτεχνικά Πεζά 1.1 Γενεαλογία και Ιστορία Δεληγιαννάκηδων - Βαρδουλάκηδων Σελ. 31 - 70
1.1 Γενεαλογία και Ιστορία Δεληγιαννάκηδων - Βαρδουλάκηδων Σελ. 31 - 70 Εκτύπωση E-mail

Σελίδες 31 μέχρι 70 από το βιβλίο του Υποστρατήγου Ιατρού Ηλία Δεληγιαννάκη. 

 

3 1
φάση και να συνοδεύει με σώμα 300 ανδρών σαν κρυφή φρουρά ασφαλείας
τους 200 αντιπροσώπους των Σφακιών, που κωλυσιεργούσαν τον Ισμαήλ
Αγά Κουντούρη, που στις 10 και ξανά στις 25 Μαΐου 1821 επιχείρησε να
τους πείσει να παραδώσουν τα όπλα των Σφακιών ειρηνικά, σε μια
προσπάθεια των Τούρκων να εμποδίσουν τη συμμετοχή της Κρήτης στην
επανάσταση που ήδη από διμήνου εξελισσόταν «στο Μωριά, τη Νύδρα και
τις Σπέτσες». Ήταν αυτός που έστειλαν οι κρυμένοι κι' εδήλωσε πως δεν θα
παραδώσουν τα Σφακιά τα όπλα τους, την ώρα που διαπραγματευόταν ο
Ισμαήλ με τη φανερή Σφακιανή αντιπροσωπεία για τρίτη φορά στις 11
Ιουνίου 1821. Λυσασμένος ο Ισμαήλ εγύρισε στο Ρέθυμνο να συγκεντρώσει
στρατό κι' όταν εγύρισε να πατήσει τα Σφακιά δέχθηκε τις άμεσες επιθέσεις
των έτοιμων Σφακιανών, με πρωταγωνιστές από αυτή τη φάση τους
Δεληγιαννάκηδες του Ασφένδου, στις 17 Ιουνίου 1821.
Στις 24 Ιουνίου δίνει αυτός χέρι στο σερασκέρη των Τούρκων, σαν
άνθρωπος κοινής εμπιστοσύνης, για συνομολόγηση ανακωχής, στην
περιοχή Σπηλίου, Αγίου Βασιλείου.
Στις 10 Απριλίου 1822 στην επίθεση των επαναστατών με το Γάλλο
Βαΐεδίχα για κατάληψη του φρουρίου της Ρεθύμνης, τον βρίσκουμε να
επισημαίνει στον Βαΐεδίτα να μην απομακρύνεται από το άλογο του, γιατί
κάποιες παρατηρήσεις του στις κινήσεις τμήματος των επαναστατών τον
έβαλαν σε υποψία ότι θα υποχωρούσαν από κάποια θέση. Εκείνος όμως
έτρεχε εδώ και εκεί, ενθαρύνοντας τους μαχόμενους. Έτσι, όταν μετά 5
ώρες μάχης άρχισαν να υποχωρούν, ο υπηρέτης του Βαΐεδίχα ετράπη σε
φυγή με το άλογο του, ο Β&ΐεδίχα τραυματίστηκε και δεν μπόρεσε να
διασωθεί, μ' όλο που τον μετέφεραν διαδοχικά δυνατοί επαναστάτες σε
μεγάλη απόσταση. Έτσι έχασε η επανάσταση ένα σπουδαίο φιλέλληνα, που
είχε ήδη διακριθεί στην κυρίως Ελλάδα.
Η υπ' αιθ.456 "Πατέντα" της 5/3/1822 τον αναφέρει ως
τετρακοσίαρχο.
Σε έγγραφο με ημερομηνία 4 Μαρτίου 1822 υπογραφόμενο στην
Ανώπολι Σφακίων από τον «Αρχιστράτηγον της Κρήτης Μιχαήλ Κομνηνόν
Αφεντούλιεφ», εκφράζονται συλλυπητήρια για το θάνατο κάποιου αρχηγού
«Αντώνη» και αγγέλεται ότι «εδιωρίσαμεν αμέσως αρχηγόν, άξιον και
καλόν και ανδρείον τον φιλογενέστατον τετρακοσίαρχον κύριον Θεόδωρο
Δελη Γιαννάκην, ο οποίος δεν είναι ολιγότερος από τον μακαρίτην, αλλά
ελπίζομεν να είναι και ανδρειότερος και αξιότερος, διά τούτο αδελφοί
αγαπητοί, τρέξατε πάλιν προθύμως και ενωθείτε με αυτόν τον καλόν
αρχηγόν σας και υπακούεται εις τα όσα σας συμβουλεύει και ορμήσετε κατά
του άνανδρου εχθρού και εξαλείψατε τον από το πρόσωπον της γης...».
Βρήκαμε ακόμη αναδημοσιευμένη στην "Κρητική Εστία" «Πατέντα»
προαγωγής του Γεωργίου Θεοδωράκη, τον οποίον θέτει υπό τον
«φιλογενέστατον τετρακοσίαρχον Κύριον Θεόδωρον Δελή Γιαννάκη»,

32
υπογεγραμμένη στην Αργυρούπολη Ρεθύμνης την 5η Μαρτίου 1822 από τον
«Αρχιστράτηγον Κρήτης Μιχαήλ Κομνηνόν Αφεντούλιεφ».
Με το υπ' αριθ. 299/18-3-1830 έγγραφον της Ελληνικής Πολιτείας, ο
αντιπρόσωπος της Ελληνικής Κυβερνήσεως Ρενιέρης τον προβιβάζει «εις
τον βαθμόν της Ταξιαρχίας πεντακοσιάρχου».
Σε μνημονευθείσα στην παράγραφο που αφορά τον αδελφό του Σήφη
κατάσταση, φέρεται σε αχρονολόγητη εποχή, εγκαταστημένος στη Μήλο,
με σύζυγο, 2 άρρενα και 3 θήλυ τέκνα.
Είναι γενάρχης των Δεληγιαννάκηδων του Ηρακλείου, της
Παντάνασσας Ρεθύμνης και των Κομιτάδων Σφακίων.
Ανδρέας (Ανδρουλής) Νικολάου Λεληγιαννάκης. Αδελφός των
προηγηθέντων. Από την έμμετρη αφήγηση του αδελφού του Σήφη
πληροφορούμεθα ότι στις 15 Ιουλίου 1822 στις μάχες της Κισάμου, όπου
«μαζεύθηκαν περισσότεροι από κάθε άλλη φορά επαναστάτες... ως
4.000...μετείχε ο Αντρούλης Δεληγιαννάκης με 13 μπαϊράκια
Ρεθεμιώτικα».
Από μετεπαναστατικά έγγραφα του Αρχείου του αδελφού του Σήφη
πληροφορούμεθα τα ακόλουθα: 1) Ότι έφερε το βαθμό του εκατόνταρχου.
2) Ότι με το υπ' αριθ. 1291/23-6-1832 έγγραφο, η επί των Κρητών επιτροπή
αποδίδει το «εις αυτόν ανήκον εις γην και χρήματα». 3) Ότι με τον αριθ.
Κώδικα 144 της 27/5/1835 του παρεχωρήθησαν 30 στρέματα γης στη θέση
Λούτσες του χωρίου Κουρτάκη, περιοχής Ναυπλίου.
Τελικά εγκαταστάθηκε και αυτός στη Μήλο, με τους αδελφούς του.
Αργότερα τον βρίσκουμε να υπογράφει ως αντιπρόσωπος Σφακίων
στην επαναστατική Συνέλευση της 6 Απρίλη 1841.
Μεταξύ των εγκατασταθέντων πρώτων οικιστών του Αδάμαντος
Μήλου, αναφέρεται από τον Βάον14 και ο Ανδρέας Ανδρουλή
Δεληγιαννάκης, εκατόνταρχος, προφανώς γιος του (εκτός εάν αφορά τον
Ανδρέαν Ιωσήφ Δ. και καταχωρήθηκε λάθος).
Ο Ιωάννης Νικολάου Δεληγιαννάκης, νεώτερος αδελφός των
προηγουμένων, οπλαρχηγός, σκοτώθηκε την 17η Ιανουαρίου 1822,
μαχόμενος στο πλευρό του αδελφού του αρχηγού Γεωργίου στο Αρκάδι. Ο
θάνατος του, γράφει η ιστορία, εμετρίασε πολύ τη χαρά της κυριεύσεως της
Μονής και καταστροφής των επίλεκτων Τούρκων του Γετήμ Αλή, διότι ο
φονευθείς έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως διά την σοβαρότητα και γενναιότητα
του από τους συμμαχητές του.
Ζ. Βάου: Κρήτες Αγωννσταί ιδρυταί του Αδάμαντος Μήλου. Επετηρίς της Εταιρείας Κυκλαδικών
Μελετών, Τόμος Ε 1965 σ. 196-197.

33
Ο Μανώλης Νικολάου Δεληγιαννάκης αδερφός των προηγουμένων αναφέρεται
απίσης στο αρχείο του μεγαλύτερου αδερφού του Σήφη ως φονευθείς στο Αρκάδι,
στην ίδια επιχείρηση και την ίδια μέρα με τον προηγούμενο.
Ο Ανδρέας Ιωσήφ Δεληγιαννάκης(1807-μετα το 1870) γιος του προαναφερθέντου
αρχηγού του 1821-1830 αν και πολύ μικρός κατά την έκρηξη της επανάσταση ς, μόλις
14 ετών, είχε ήδη ενηλικιωθεί προ του τέλους της και έλαβε μέρος στις τελευταίες
φάσεις της υπό τον πατέρα του. Με το υπάριθμόν'300/18-3-1829 έγγραφον ο
αντιπρόσωπος της Ελληνικής κυβερνήσεως Ν.Ρενιέρης τον προβίβασε στο βαθμό
του διακοσιάρχου σε ηλικία 22 ετών . Ήταν ήδη εκατόνταρχος από την «Πολεμική
επιτροπή της Κρήτης» και είχε μετάσχει στις μάχες στον Παπά του
Πόρου(Ρεθύμνης) και στη Μαλάξα,στο Μεράμπελλο,στο δε Φραγκοκάστελλο
τραυματίσθηκε στο δεξιό πόδι το 1828.
Την 17/5/1843 ο Βασιλεύς της Ελλάδος του απένειμεν σιδηρούν παράσημο για τη
συμμετοχή του στον υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα. Με το υπ'αριθμόν 978/2-6-1849
έγγραφον της νομαρχίας Κυκλάδων του γνωρίσθηκε ο διορισμός του ως Δημάρχου
Αδάμαντος Μήλου. Υπήρξε ο πρώτος δήμαρχος του Αδάμαντος από ιδρύσεως του,
και υπηρέτησε στη θέσιν αυτή υπό τρεις συναπτός περιόδους.
Ο Μανούσος Βαρδουλάκης-Δεληγιαννάκης ή Βαρδουλομανούσος(1768-1858)
γιος του Βαρδή Ν.Ζαππέτη ή Ζαμπετοβαρδή Δεληγιάννη, από την Ανώπολη Σφακίων,
πρώτος εξάδελφος από τη μητέρα του και τρίτος από τον πατέρα του των
προηγουμένων αδελφών, γιων του Νίκου Γ.Δεληγιαννάκη(ή Μπίκηδων) από το
Ασφένδου Σφακίων. Αρχηγός και στρατηγός των Δυτικών Σφακίων κατά την
επανάσταση του 1821-1830,ύψωσε το Μάη του 1821 την Ελληνική σημαία στο
Λουτρό Σφακίων.
Κατα την κύρηξη της επανάστασης την 29ην Μαίου 1821 στην Παναγία θυμιανή
ονομάσθηκε Ανώτατος αρχηγός(πεντακοσίαρχος η στρατηγός) επί των Ανωπολιτών
και των πέριξ χωριών.
Την 14ην Ιουνίου 1821 στην πρώτη μάχη της επαναστάσεως,στην περιοχή
Θερίσου, με 20 άνδρες, τρέπει σε φυγή επιτυχώς αμυνόμενο Τουρκικό τμήμα που
αντεπεξηρχετό ως τότε στην επίθεση των ανδρών του αρχηγού Παναγιωτάκη.
Τον Αύγουστο του 1822,μετέσχε στην απόκρουση απόπειρας του Αιγυπτίου Χασάν
Πασά να εισβάλλει στα Σφακιά, πολεμώντας επί κεφαλής 4.000 ανδρών επί 12
ημερονύκτια.
Την 4ην Φεβρουαρίου 1823 υπογράφει σε επαναστατικό έγγραφο ως
πεντακοσίαρχος. 'Ελαβε μέρος σε πλείστες μάχες και στις δύο φάσεις της
επαναστάσεως, σε μια από της οποίες σκοτώθηκε ένας γιος του.

34
Όταν τον Ιουλίου του 1828 αποφασίσθηκε στην Συνέλευση του Ασκύφου η
συνέχιση της επανάστασης, συγκροτήθηκε, όπως και το 1825 «Κρητικόν Συμβούλιον»
ως ανωτάτη επαναστατική αρχή, με αντιπροσώπους από τις επαρχίες και σώμα
στρατιωτικών, ονομάσθηκε «Στραταρχείον», ως υπουργείο στρατωτικών. Το
τελευταίον ήτο πενταμελές και τα πέντε μέλη του τιτλοφορήθηκαν ως «Στρατάρχαι
Κρήτης», ως ένας δε από αυτούς ορίσθηκε ο Μανούσος Βαρδουλάκης, ως
εκπρόσωπος του Δυτικού τμήματος των Σφακιών. Κατά τον Κριτοβουλίδη οι
επιλεγέντες πέντε αρχηγοί «απήλαυον ως αρχαίοι την κοινήν υπόληψιν».
Αμέσως ξεκίνησε με τους Αναγνώστη Μανουσογιαννάκη και Πώλο
Πρωτοπαπαδάκη και συνενωθέντες με τους Αποκορωνιώτες αρχηγούς εξεδίωξαν
τους Τούρκους από τον Αποκόρωνα και στη συνέχεια από τη Μαλάξα και τους
καταδίωξαν μέχρι τα Χανιά την 1η Αυγούστου 1828.
Υπό την ιδιότητα του στρατάρχου μετέσχε συγκεντρώσεως πολλών σωμάτων ύπο
τον αρμοστή Κρήτης Χάΐν την 27ην Μαρτίου 1829,σε μεγάλη επιχείρηση κατά των
Τούρκων των Χανίων στη Μαλάξα και Τσικαλαριά και έφθασαν ως τα τείχη των
Χανίων
Στις αρχές Δεκεμβρίου του ίδιου έτους,με κυρίους συναρχηγούς τους Πώλιο
Πρωτοπαπαδάκη, Π.Πατερόπωλο, Παν.Ζερβουδάκη και Γ.Τσουδερό και σώμα περί
τους 2.500 επαναστάτες, Σφακιανούς, Αποκορωνιώτες, Αγιοβασιλιώτες και
Ρεθυμνιούς, προελαύνουν και ξεσηκώνουν την επαρχία της Σητείας, ώστε να
φαίνεται όλη η Κρήτη επαναστάτημένη, την ώρα που στην Ευρώπη συνεζητείτο το
μέλλον της Ελλάδος και ποιες περιοχές θα περυλαμβάνει το νέο βασίλειο. Το
αποτέλεσμα της εκστρατείας αυτής ήτο η απαλλαγή της ελάχιστα ως τότε
κινηθείσας επαρχίας της Σητείας από τους Τούρκους.
Πληρεξούσιος Σφακίων στην Γεν.Συνέλευση των Κρητών το 1830,συνυπέγραψε την
14/01/1830 ικετήριο επιστολή προς τον Καποδίστρια, το Γάλλο στρατηγό
Λαφαγιέτ, τον πρίγκηπα Λεοπόλδο, τις φιλελληνικές εταιρείες κ.λ.π. με την οποία
παρακολουθούσαν να μεσιτεύσουν υπέρ της απελευθερώσεως της Κρήτης.
Μετά την εκχώρηση της Κρήτης στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ
Αλή, κατέφυγε στην ελεύθερη Ελλάδα. Τιμήθηκε με το βαθμό του Συνταγματάρχου
της Βασιλικής Φάλλαγος των αγωνιστών και εγκαταστάθηκε στους Μολάους
Λακωνίας όπου και απεβίωσε το 1858.
Από πρώτη σύζυγο Σφακιανή,του οίκου των Χατζηδιανών Ανωπόλεως, απέκτησε
ένα γιο ,το Ζαχαρή Ζαμπέτη, καπετάνιο στη σύντομη επανάσταση του
1841.Απόγονοι τούτου διατήρησαν το παλαιότερο επίθετο Ζαμπέτηδες που από το
1900 άλλαξε σε Ζαχαριάδες και αργότερα ένας από αυτούς επανήλθε στο παλαιό
επίθετο Βαρδουλάκης.
Από δεύτερη σύζυγο Μαυρομιχάλη,του γνωστού Μεσσηνιακού οίκου, μετά την
εγκατάσταση του στους Μολάους είναι ο γενάρχης των Βαρδουλάκηδων των
Μολάων Λακωνίας. Εγγονός του ήταν ο στρατηγός

35
και Γερουσιαστής Κυριακούλης Βαρδουλάκης, που από τη μητέρα του ήταν
εγγονός του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Στα χέρια του βρισκόταν στις
αρχές του 20ου αιώνα το «ΛΙΜΠΡΟ ΤΟΥ ΖΑΜΠΕΤΟΒΑΡΔΗ»
γενεαλογικό βιβλιάριο του 1750, που μνημονεύεται στην αρχή του
παρόντος.
Ο Βάσος Βαρδή Βαρδουλές ή Δεληγιαννάκης (1771 - 1874),
αδελφός του προηγουμένου. Σε ηλικία 18 ετών τον κάλεσε ο παππούς του
από την μητέρα του Γεώργιος Δεληγιαννάκης, πατέρας του Νικολάου
Δεληγιαννάκη ή Μπίκου, που του αφιερώθηκε μία από τις πρώτες
παραγράφους του παρόντος και μετοίκησε από την Ανώπολη στο Ασφένδου
Σφακίων. Νυμφεύτηκε με προτροπή του παππού του την κόρη του φίλου
του Κανάκη Βουγιούκαλου, από τον Καλλικράτη Σφακίων. Απέκτησε 7
γιους, τους Ασφενδιώτες Βασούληδες (=γιους του Βάσου) ή
Δεληγιαννάκηδες, εγγονούς του Ζαππετοβαρδή Δεληγιάννη, από την
Ανώπολι. Στην επανάσταση του 1821 έλαβε μέρος σαν υπαρχηγός των
προαναφερθέντων Σήφη και Στρατή Δεληγιαννάκηδων ή Μπίκηδων, που
ήσαν πρώτοι εξάδελφοι του από την μητέρα του και τρίτοι από τον πατέρα
του, αρχηγών, μετά τον θάνατο του αδελφού των Γεωργίου, του δυτικού
Ρεθύμνου ο πρώτος και του ανατολικού ο δεύτερος.
Οι τρεις μεγαλύτεροι γιοι του, Γεώργιος, Μανώλης και Σταυριανός,
ακολουθούσαν το θείο τους Στρατή στο «κίνημα του Μπικοστρατή» που
προκάλεσε ο τελευταίος το 1838, ερχόμενος από την ελεύθερη Ελλάδα.
Τούτο περιήλθε σε γνώση των Τούρκων, που τους κατηγόρησαν ότι για να
πετύχει η επανάσταση είχαν σκοτώσει Τούρκους μπέηδες και πρώην
γιανιτσάρους και τους καταδίωξαν, αλλά κατόρθωσαν να διαφύγουν και να
επιστρέψουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Τότε εστάλη τουρκικός στρατός στα
Σφακιά για να συλλάβει τον πατέρα τους Βάσο με τους άλλους τέσσερις από
τους επτά γιους του, τους Μανούσο, Θόδωρο, Ιωάννη και Κανάκη.
Ειδοποιηθέντες εγκαίρως κατέφυγαν στα Λευκά Όρη και δεν προσήλθαν να
δηλώσουν υποταγή στις τουρκικές αρχές, αλλά οι Τούρκοι κατέσχεσαν τα
500 αιγοπρόβατα τους. κετέστρεψαν τα σπίτια τους στο Ασφένδου και
Βουβά και το ελαιοτριβείο τους και συλλάβανε τον από την μητέρα τους
πρώτο θείο τους Μανώλη Βουγιούκαλο στον Καλλικράτη, τον μεταφέρανε
δέσμιο στα Χανιά και τον απαγχόνισαν.
Μετά την καταστροφή αυτή της κινητής και ακίνητης περιουσίας του,
ο Βάσος Βαρδουλές ή Δεληγιαννάκης παρέλαβε τη σύζυγο και τους
τέσσερις γιους του και κατέφυγε στην επαρχία Ρεθύμνης, «της οποίας την
είχαν ποτίσει με το αίμα των επτά Δεληγιαννάκη δες, αρχηγοί και
οπλαρχηγοί.(όπως γράφει ιδιόχειρα ο εγγονός του καπετάν Μάρκος
Δεληγιαννάκης).Μετά την επανάσταση του 1841 εγκαταστάθηκαν στην
Αργυρούπολη Ρεθύμνης, όπου και αναπτύχθηκε ο κλάδος Δεληγιαννάκηδων

3 6
Αργυρουπόλεως Ρεθύμνης. Απεβίωσε στην Αργυρούπολη την 11-1-1874,
την ημέρα που στη Μονεμβασία κηδευόταν ο πρώτος εξάδελφος και
αρχηγός του στην επανάσταση του 1821 Στρατής Δεληγιαννάκης.
Ο Αναγνώστης Βαρδή Βαρδουλάκης ή Δεληγιαννάκης, αδελφός
των δύο προηγουμένων, καπετάνιος το 1821, εγκαταστάθηκε στα Λιβανιανά
Ανωπόλεως, μαζί με τον ακολουθούντα αδελφό του Νικόλαο και αργότερα
στους Ανύδρους Σελίνου. Είναι οι δύο γενάρχες των Βαρδουλάκηδων του
Σελίνου. Ο Παπαδοπετράκης τον αναφέρει, με άλλους 17, ως πληρεξούσιο
Σφακίων, στη Γενική Συνέλευση της Επαναστάσεως του 1866, καθώς και
στις προετοιμασίες της.
Ο Νικόλαος Βαρδή Βαρδουλάκης ή Δεληγιαννάκης, αδελφός των
τριών προηγουμένων, καπετάνιος το 1821, αναφέρεται από τον
Παπαδοπετράκη ως οπλαρχηγός στα Λιβανιανά Ανωπόλεως και στην
Επανάσταση του 1841.
Ο Αναγνώστης Νικολάου Βαρδουλάκης, γιος του προηγουμένου,
αναφέρεται από τον ίδιο ιστορικό ως πληρεξούσιος των Λιβανιανών στη
Γενική Συνέλευση της Επανάστασης του 1866. Ήταν καπετάνιος σ' αυτή
την επανάσταση.
Ο Στρατής Δεληγιαννάκης ήταν ένας από τους αρχηγούς της
επαρχίας Σφακίων στην επανάσταση 1866-68 και διακρίθηκε σε πολλές
μάχες της. Δεν γνωρίζουμε περισσότερα γι' αυτόν. Αναφέρεται στη μεγάλη
Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Γ. σελίς 22, Αθήνα 1927.
Ο Ιωάννης Βάσου Βαρδουλές ή Δεληγιαννάκης (ή Βασούλης ή
Φασουλής) (1818 - 1906), ήταν γιος του προηγούμενα περιγραφέντος
Βάσου Βαρδουλέ ή Δεληγιαννάκη (εγγονός του Ζαππετοβαρδή Δεληγιάννη
και ανηψιός των Ασφενδιωτών Δεληγιαννάκη δων και του
Βαρδουλομανούσου, αρχηγών στην επανάσταση 1821-1830). Όπως
αναγράφηκε στην παράγραφο που αφορά τον πατέρα του, η οικογένεια του
είχε ήδη εγκατασταθεί στην Αργυρούπολη Ρεθύμνης, μετά τις καταστροφές
που υπέστη μετά την αποτυχία της επανάστασης του 1841, στην οποία και ο
ίδιος είχε πάρει μέρος. Ως αρχηγός του Δυτικού τμήματος της επαρχίας
Ρεθύμνης, πήρε μέρος στις επαναστάσεις του 1849, 1858, 1866-68, 1878,
1889 και 1896-97. Είχε ήδη λάβει μέρος και στην επανάσταση του 1841.
Ήταν ήδη πληρεξούσιος του δυτικού τμήματος της επαρχίας Ρεθύμνης στη

 

ΦΩΤΟ


Η οικογένεια (πατέρας, μητέρα και 4 γιοι) Ιωάννου Βασ. Δεληγιαννάκη.
Οι καπετάνιοι από το 1841 έως και το 1920 από την Αργυροΰπολι Ρεθΰμνη;


ΦΩΤΟ


Οπλα του Ιωάννη Βασούλη Δεληγιαννάκη, αρχηγού Ρεθύμνης
στις επαναστάσεις 1866 - 69, 1887 και 1897-98
και κυάλια του γιου του Ηλία από τον Μακεδόνικο αγώνα.
Φυλάσσονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Ελλάδος (παλιά Βουλή)


ΦΩΤΟ

ΦΩΤΟ

Σημαία του 1896 του σώματος του Καπετάν Κανάκη I. Δεληγιαννάκη και
το σπαθί του. (φυλλάσονται από τον εγγονό του Κανάκη I. Δεληγιαννάκη;

ΦΩΤΟ

Οι από την Αργυροΰπολι Ρεθύμνης Εθελοντές του Σώματος του
Κανάκη I. Δεληγιαννάκη (πρώτη γραμμή, κέντρον, ως βρακοφόρος)
στην Ηπειρο το1912

37
διοργάνωση της επανάστασης του 1866-68 και στη συνέχεια πολεμικός
αρχηγός της και διακρίθηκε σε πολλές μάχες που έγιναν ως το τέλος της.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1868, μαζί με τον αρχηγό Δ. Γ. Σακκόραφο,
παρεμποδίζει την προέλαση τακτικού Τουρκικού Στρατού από τον
Αποκόρωνα στο Ρέθυμνο και προκαλεί, με σύμπραξη των Αποκορωνιωτών
υπό τον Μυλωνογιαννάκη, που εξορμούσαν από τα Κουρνοπατήματα, τον
περιορισμό του στην Επισκοπή Ρεθύμνης.
Οι πολιορκημένοι στη Μονή Αρκαδίου Έλληνες, ανατίναξαν τη Μονή
με την τελευταία αποστολή από δύο φορτώματα μπαρούτι που μπόρεσε να
τους στείλει. Αμέσως μετά έστειλε 12 άνδρες της προσωπικής του δύναμης,
στενούς συγγενείς, Δεληγιαννάκηδες για ενίσχυση. Αυτοί δεν πρόλαβαν να
μπουν στη Μονή πριν την ανατίναξη και γυρίζοντας έπεσαν σε Τουρκική
ενέδρα στους Αρμένους Ρεθύμνης και σκοτώθηκαν οι επτά. Όπως ακριβώς
το 1822 συνέβη με το θείο τους, τότε αρχηγό Ρεθύμνης πεντακοσίαρχο
Γεώργιο Νικολάου Δεληγιαννάκη.
Οι πληροφορίες αυτές διασώθηκαν από τον ακολουθούντα πιο κάτω
γιο του Μάρκο, ως τον γράφοντα.
Στην εγκυκλοπαίδεια "Ελευθερουδάκη" αναγράφεται ακόμη ότι μετά
την επανάσταση του 1889 καταδικάστηκε από το Τουρκικό Στρατοδικείο
ερήμην σε 15ετή ειρκτή και ότι δοθείσης αμνηστίας, επανήλθε εις
Ασφένδου, «όπου και απεβίωσε τυχόν εν τω μεταξύ συντάξεως παρά του
Κρητικού Ταμείου και καταταγείς στην Α τάξη των αγωνιστών». Ο γράφων,
που είναι δισέγγονος του αδελφού του Μανούσου και ηυτύχησε να έχει
πολυετείς και μακρές συνομιλίες με το γιο του Μάρκο, που ακολουθεί πιο
κάτω, δεν άκουσε ποτέ ότι ο Ιωάννης Β. Δεληγιαννάκης ή Φασουλογιάννης,
πέθανε στο Ασφένδου. Τα οστά του, όπως και του πατέρα του, αναπαύονται
στο οικογενειακό «Νεκροταφείο Δεληγιαννάκηδων» στην Αργυρούπολη
Ρεθύμνης.
Αλλά και όταν δεν του επέτρεπε πλέον η ηλικία του να πολεμά, στις
επαναστατικές κινήσεις, που συνόδευσαν την κεντρική επαναστατική
κίνηση του 1905 στο Θέρισο από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, οι
συγκεντρωθέντες Ρεθύμνιοι επαναστάτες, μεταξύ των οποίων και οι
ακολουθούντες οπλαρχηγοί γιοι του, αναπέτασαν τη σημαία του μεγάλου
κύρους και μεγάλου σεβασμού απολαμβάνοντος γέροντα αρχηγού στην
παρυφή της Ρεθύμνης, στη θέση «Βιολί Χαράκι» του Ατσιπόπουλου,
προαστείου της πόλεως, για να προσδώσουν βαρύτητα και σοβαρότητα
στην απειλητική επαναστατική τους κίνηση.
Γιοι του ήσαν οι ακόλουθοι τελευταίοι καπετάνιοι των
απελευθερωτικών αγώνων της Κρήτης και της Ελλάδος, από τη μεγάλη
οικογένεια των Δεληγιαννάκηδων.

38
Ο Γεώργιος Ιωάννου Δεληγιαννάκης, (1867 - 1947;) πρώτος γιος του
προηγουμένου, τον συνόδευε ως οπλαρχηγός στις τελευταίες Κρητικές
επαναστάσεις, μαζί με τους ακολουθούντας 3 αδελφούς του.
Ο Κανάκης Ιωάννου Δεληγιαννάκης ή Βασούλης, (1868 - 1950 ή
1951) δεύτερος γιος του προηγουμένου. Επολέμησε το 1877 και 1889 ως
οπλαρχηγός υπό τις διαταγές του πατέρα του. Το 1896-97 με ίδιο σώμα και
σημαία επολέμησε ως αρχηγός της επαρχίας Ρεθύμνης και υπαρχηγός του
πατέρα του. Ηγείτο των επαναστατών την νύκτα της 15ης Δεκεμβρίου 1897,
που απέκρουσαν από τις θέσεις «Βιολί Χαράκι, Τσαγιάκο και Γάλλου» τους
αποπειραθέντας να εξέλθουν από το φρούριο Ρεθύμνιους Τούρκους.
Εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Επαρχίας Ρεθύμνης το 191215.
Ως αρχηγός ιδίου σώματος ανταρτών, όπως και οι ακολουθούντες
αδελφοί του, μετέσχε στις επιχειρήσεις στα μετόπισθεν του εχθρού κατά
τους απελευθερωτικούς αγώνες 1912-13 στην Ανατολική Ήπειρο και εκει
συναντήθηκαν τα σώματα των τριών αδελφών (οι άλλοι δύο έπονται) στις
περί τον Δρίσκο μάχες στις τελευταίες φάσεις απελευθερώσεως της
Ηπείρου.
Ο γράφων τον ενθυμείται γέροντα, σεβάσμια μορφή, ολιγόλογο και
σεμνό, ιδιότητες που εξηγούν την έλλειψη προβολής και πληροφοριών,
επιχείρημα που αφορά και τον ακολουθούντα αδελφό του Ηλία. Και τα λίγα
που γράφονται παραπάνω είναι πληροφορίες από λεζάντες φωτογραφιών
και από αφηγήσεις του ακολουθούντος επίσης αδελφού του Μάρκου, που
νεώτερος έζησε και οψιμότερα και μου παρέδωσε πολλές από τις
αναμνήσεις του.
Ο Μάρκος Ιωάννου Δεληγιαννάκης ή Βασούλης (1869 - 1957),
αδελφός του προηγουμένου, γεννήθηκε στην Αργυρούπολη Ρεθύμνης το
1869, τον ίδιο χρόνο που τελείωνε η μεγάλη τριετής Κρητική Επανάσταση
του 1866, στην οποία αρχηγός της Ρεθύμνης ήτο ο πατέρας του Ιωάννης,
του οποίου ήταν 3ος από τους 4 γιους του.
Έλαβε μέρος σαν οπλαρχηγός υπό τον αρχηγό πατέρα του στην
τελευταία Κρητική Επανάσταση του 1896-97 και τραυματίσθηκε στη μάχη
του Πύργου Πισκοπής (Απρίλιος 1896), όπως και στη μάχη των Αρμών
Καστελοχαλέπας (1897). Προσέτρεξε από τους πρώτους στην επανάσταση
του Θερίσου με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ακολούθως έλαβε μέρος στους
αγώνες απελευθέρωσης της Ηπείρου το 1912-13 ως αρχηγός ιδίου σώματος
και τραυματίσθηκε στη μάχη της Σκάλας Παραμυθιάς την 26η Νοεμβρίου
1912. Το Μάρτιο 1913, εξεκαθάρισε την περιοχή Παραμυθιάς από τους
Τουρκαλβανούς αγάδες, που επαναστατήσαντες, απειλούσαν τη
1 5 Ιστορία του Ελληνοτουρκικού πολέμου. Εκδόσεις Δ. Φέξη 1898. Υπό Ηλία Οικονομόπουλου, Σελίς 143.

 

ΦΩΤΟ


Μάρκος I. Δεληγιαννάκης.
Οπλαρχηγός στην Κρήτη το 1897 -98
Καπετάνιος στην Ηπειρο το 1912-13
Αξ/κος του Ελληνικού Στρατού στον Α' παγκόσμιο πόλεμο και μετά.

39
νεοαποκτηθείσα ελευθερία της και το 1914 μετέσχε, με ίδιο σώμα πάντα
στο Βορειοηπειρωτικό αγώνα, που κατέληξε στην προσωρινή
απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου. (Το τελευταίο δεν είναι
εξακριβωμένο)
Μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων του 1912-13 και τη διάλυση
των ανταρτικών σωμάτων, που χρησιμοποιούσε ο Βενιζέλος στα μετόπισθεν
του εχθρού, ο Μάρκος, όπως και ο μικρότερος αδελφός του Ηλίας, μετετάγη
στον Ελληνικό Στρατό ως υπολοχαγός. Με το βαθμό αυτό υπηρέτησε
ακόμη 5 χρόνια στις Μονάδες Προκαλύψεως των Ελληνοβουλγαρικών
συνόρων.
Γέρων ήδη το 1940 μετέσχε στη Μάχη της Κρήτης στις παρυφές της
πόλεως του Ρεθύμνου. Ζων τις τελευταίες δεκαετίες στο χωριό του,
Αργυρούπολη Ρεθύμνης, απεβίωσε στο Ρέθυμνο τις τελευταίες ημέρες του
Μάρτη ή την πρώτη Απριλίου του 1957, σε ηλικία 88 ετών.
Η όλη του ζωή υπήρξε μια διαρκής παροχή και προσφορά στην
Πατρίδα.
Στο "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1" που ακολουθεί το κύριο μέρος του παρόντος,
γράφονται προσωπικές αναμνήσεις και συζητήσεις με τον γράφοντα το
παρόν, δημοτικά τραγούδια για το Μάρκο, από την Ήπειρο καθώς και δύο
τραγούδια από τον ίδιο.
Ο Ηλίας Ιωάννου Δεληγιαννάκης ή Βασούλης (1877 - 1918),
νεώτερος αδελφός των προηγουμένων, γεννήθηκε στην Αργυρούπολη
Ρεθύμνης την 30 Νοεμβρίου 1877.
Τέλη Μαρτίου του 1896 εφόνευσε δημοσίως στο χωριό Ρούστικα,
πρωτεύουσα τότε της επαρχίας Ρεθύμνης, τον αρχηγό των Ρεθυμνιωτών
Τούρκων Χαλήλ Αγά, και ένεκα του φόνου αυτού επισπεύθηκε η
επανάσταση εις την επαρχία Ρεθύμνης και άρχισαν οι πολεμικές
επιχειρήσεις, στις οποίες βεβαίως έλαβε μέρος, σαν αρχηγός σώματος
ανταρτών και διακρίθηκε στις περί το Ρέθυμνο μάχες.
Μετέσχε από τους πρώτους ως οπλαρχηγός με ίδιο σώμα από
συντοπίτες του στο Μακεδόνικο αγώνα επί τετραετία. Έδρασε στις
περιοχές: Μονή Παναγίας Σισανίου το 1905, Βιτσίου και Καστανοχωρίων
το 1906-7, Μεταμορφώσεως Καστοριάς και τέλος δυτικά της Φλώρινας-
Κλεισούρας, στο Βίτσι, όπου, μετά τη μάχη στην περιοχή του χωρίου
Ποριάς Καστοριάς την 4/2/1908, έπαθε πνευμονία και απεσύρθη του
αγώνος, αποσταλείς στην ελεύθερη Ελλάδα για νοσηλεία και ανάρρωση. Σε
διάφορες ιστορικές πηγές φέρεται να ηγήται σώματος, του οποίου η δύναμις
κατά καιρούς κυμαινόταν από 20-135 άνδρες.
Εξελέγη "τιμής ένεκεν" βουλευτής Ρεθύμνης επί Κρητικής Πολιτείας
για την Ελληνική Βουλή αλλά κρατήθηκε μετά των λοιπών εις το Αγγλικό
πολεμικό στη Σούδα για διπλωματικούς και Εθνικούς λόγους.


ΦΩΤΟ


ΗΛΙΑΣ ΙΩΑΝ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
1. Οπλαρχηγός στην τελευταία Κρητική Επανάσταση 1897 - 98
2. Αρχηγός Μακεδονομάχος 1904 - 1908
3. Αρχηγός Σώματος Ατακτων το 1912-13
4. Αξιωματικός έφεδρος του Ελλ. Στρατού 1917-18

40
Κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1912-13 εκλήθη υπό του
Γενικού Επιτελείου προ της κηρύξεως του πολέμου και εστάλη εις τη
Μακεδονία ως αρχηγός ανεξαρτήτου σώματος με ίδια πολεμική σημαία και
αγωνίσθηκε μέχρις της απελευθερώσεως της Μακεδονίας. Αναφέρεται από
τον Κ. Κλειδή16 μεταξύ των ανταρτικών σωμάτων που απελευθέρωσαν τη
Σιάτιστα, μια ημέρα πριν φθάσει σ' αυτή ο τακτικός στρατός. Ακολούθως
διατάχθηκε και μετέβη εις την Ήπειρο, όπου και συναντήθηκε με τους
μεγαλύτερους αδελφούς του Κανάκη και Μάρκο, αρχηγούς σωμάτων, που
δρούσαν ο μεν πρώτος εις το ανατολικό τμήμα της Ηπείρου, στην περιοχή
Μετσόβου-Δρίσκου, ο δε δεύτερος εις το Δυτικό τμήμα, στην περιοχή
Παραμυθιά-Τσαμουριά-Σούλι και έλαβαν μέρος στη μάχη του Δρίσκου, που
βοήθησε στην πτώση των Ιωαννίνων.
Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο κατετάγη εις τον τακτικό Ελληνικό
Στρατό σαν αξιωματικός πεζικού και μαχόμενος στη Μάχη του Σκρα κατά
των Βουλγάρων το 1918, ετραυματίσθηκε θανάσιμα από τρία βλήματα
πολυβόλου στην κοιλιακή χώρα, από τα οποία το ένα ετρύπησε τη λαβή του
σπαθιού του (ο γράφων το έχει ιδή) και τα 2 την κοιλιά του. Επειδή ήτο
υψηλός πολύ και βαρύς, δεν άφησε τους τραυματιοφορείς να τον
μεταφέρουν σε φορείο "για να μην κουρασθούν" αλλά εβάδιζε
στηριζόμενος στους ώμους τους, ως τον υγειονομικό σταθμό. Σε 2 ημέρες,
την 19η Μαΐου 1918, είχε πεθάνει, ως υπολοχαγός πεζικού.
Το 1924, ο αδελφός του Μάρκος, υπηρετών εις τον Τακτικό Στρατό ως
υπολοχαγός πεζικού, υπασπιστής του 8ου συντάγματος προκαλύψεως των
Ελληνοβουλγαρικών συνόρων του νομού Σερρών, μετέβη στην Αξιούπολι
του Κιλκίς και παρέλαβε τα οστά του και το μαρμάρινο σταυρό που το
σύνταγμα του του είχε κάνει και τα μετέφερε στην ιδιαιτέρα του πατρίδα,
Αργυρούπολη Ρεθύμνης, εις το οικογενειακό νεκροταφείο των
Δεληγιαννάκηδων, που ο ίδιος αδελφός Μάρκος είχε δημιουργήσει, όπου
και φυλάσσονται σήμερα σε ίδιο τάφο, παρά τους τάφους του πατέρα του
και των άλλων αδελφών του.
Τα κυάλια του και η πολεμική του σημαία βρίσκονται στο Εθνολογικό
Μουσείο μαζί με τα όπλα του πατέρα του Ιωάννη Δεληγιαννάκη, δωρηθέντα
υπό του επιζήσαντος αρχηγού αδελφού του, Μάρκου I. Δεληγιαννάκη. Τα
όπλα του διατηρεί ο εγγονός του Ηλίας.
Προτομή του μαρμάρινη έχει στηθεί στην πλατεία της εκκλησίας της
Αχειροποιήτου στη Θεσσαλονίκη, μαζί με προτομές άλλων σημαντικών
Μακεδονομάχων, καθώς και στο Δημοτικό κήπο Ρεθύμνης, και στο χωριό
του Αργυρούπολη Ρεθύμνης και σε ένα χωριό της Δυτικής Μακεδονίας,
ίσως τη Βλάστη, ή το Βογατσικό.
Στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 που ακολουθεί το κύριο μέρος του παρόντος
αναπτύσονται λεπτομερέστερα τα της δράσης του.
Κ. Κλειδή «Με τη λάμψη στα μάτια», Αθήνα 1984, Ηριδανός, Σ. 602.
Ο Θεόδωρος Νικολάου Δεληγιαννάκης εγγονός του Θεόδωρου Νικ.Δεληγιαννάκη
ή Μπικοθόδωρου του 1821 που αναφέρθηκε πιο πάνω έλαβε μέρος και σκοτώθηκε
στο Μακεδόνικο Αγώνα. Δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για τη δράση
του. Από το Ασφενδού Σφακιών. Αναφέρεται και από το Γρυπάρη.
Ο Νικόλαος Ανδρέα Δεληγιαννακης(1872-1946) από τη Μήλο, εγγονός του Σήφη
Δεληγιαννάκη και γιος του Ανδρέα του 1821 που αναφέρθηκε σε προηγούμενη
παράγραφο, αν και γεννήθηκε το 1872 και κατοικούσε στην ελεύθερη Μήλο το 1897
σε ηλικία μόλις 23 μόλις ετών έσπευσε στην προγονική γη μόλις εξεράγγη η
τελευταία κατά των Τούρκων Κρητική επανάστασις και έλαβε μέρος σ'αυτήν σαν
οπλαρχηγός, επικεφαλής σώματος Ασφενδιωτών, της γης που γέννησε τον παππού
του και τον πατέρα του. Στον επικήδειο του την 27/2/1946 τονίζεται επιπλέον ότι
στην κατοχή διέθετε αφιλοκερδώς την παραγωγή του στους πεινώντες συμπολίτες
του.
Ο Γεώργιος Νικολάου Βαρδουλάκης από το Σέλινο γιος του «Βαρδουλονικολή»
που αναφέρθηκε νωρίτερα ως καπετάνιος το 1821 και 1841, πολέμησε ως
καπετάνιος το 1897.
Ο Αναγνώστης Δεληγιαννάκης (αγνώστων λοιπών στοιχείων) ορίζεται πάρεδρος
του ειρηνοδικείου Σφακίων με το υπ' αριθμόν 2/2-1-1895 έγγραφο Γενικής
διοικήσεως Κρήτης.
Ο Κυριακούλης Γεωργίου Βαρδουλάκης εκ του κλάδου των Βαρδουλάκηδων
Λακωνίας εγγονός του Μανούσου Βαρδή Βαρδουλάκη η Βαρδουλομανούσου,
στρατηγού του 1821 που αναφέρθηκε νωρίτερα, και από τη μητέρα του εγγονός του
Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Υπηρέτησε στον τακτικό στρατό και έφθασε στο βαθμό
του Στρατηγού του Ιππικού και αργότερα εκλέχθηκε γερουσιαστής. Αυτός διέσωσε
το γενεαλογικό δέντρο του προπάππου του «ΛΙΜΠΡΟ ΤΟΥ ΖΑΜΠΕΤΟΒΑΡΔΗ» στο
οποίο αναφερθήκαμε κατ' επανάληψιν.
Αλλά και στους νεότερους αγώνες του έθνους κατά τον 20ον αιώνα οι οικογένειες
Δεληγιαννάκη-Βαρδουλάκη έδωσαν άφθονους μαχητές, αλλά και νεκρούς, όπως
σημειώνεται στους επί μέρους κλάδους των που ακολουθούν στα
σχεδιαγραμματικά γενεαλογικά δέντρα για τη δράση τον οποίον δεν διαθέτωμε
στοιχεία.


ΦΩΤΟ


ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΣΤΥΛ. ΦΑΣΟΥΛΑΚΗΣ Η ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Πλωτάρχης από τον κλάδο Δεληγιαννάκηδων
Αργυρουπόλεως Ρεθύμνης

ΦΩΤΟ

Ανδρέας Ιωσήφ Δεληγιαννάκης
Διακοσιάρχος το 1828 - 30.
Πρώτος και για 3 τριετίες δήμαρχος του Αδάμαντος Μήλου.
Κρήτη - Μήλος


ΦΩΤΟ Νίκου Ανδρ. Δεληγιαννάκη από τη Μήλο


42
Από όσα έχουν περιέλθει σε γνώση μας θα αναφερθούμε εδώ στους
ακόλουθους:
Μανούσος (Εμμανουήλ) Στυλιανού Φασουλάκης 1903-1990.
Προέρχεται από τον κλάδο Δεληγιαννάκηδων Αργυρουπόλεως Ρεθύμνης. Ο
πατέρας του με αδελφό του που είχαν μεταναστεύσει στο τέλος του 19ου
αιώνα στη Σμύρνη, άλλαξαν κατά την τελευταία «τυχερή» Κρητική
Επανάσταση του 1897, που άνοιξε τον τελικό δρόμο για την ελευθερία της
Κρήτης, το επίθετο τους σε «Φασουλάκης», που στην Κρήτη το έφερε η
οικογένεια σαν παράνομο, από τον γενήτορα του κλάδου Αργυρουπόλεως
Βάσο Βαρδουλέ ή Δεληγιαννάκη (τα παιδιά του Βάσου - Βασούληδες και
από παραφθορά Φασούληδες), για να αποφύγουν διώξεις των Τούρκων,
γιατί η Κρητική τους οικογένεια έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στο Ρέθυμνο
και σ' αυτή την επανάσταση.
Κατά την απελευθέρωση της Σμύρνης το 1919, φλεγόμενος από τις
οικογενειακές παραδόσεις έσπευσε και κατετάγη ως Ναυτόπαις στο
ελληνικό Ναυτικό, αν και μόνο 16 ετών (η καλή του σωματική διάπλασις,
του επέτρεψε να ισχυρισθεί ότι είναι μεγαλύτερος). Έκτοτε εσταδιοδρόμησε
στο Ναυτικό και απεστρατεύθη τη αιτήσει του το 1946 ως Πλωτάρχης.
Του παρέχεται εδώ ιδιαίτερη μνεία γιατί υπερέβη κατά πολύ την καλώς
νοούμενη εκτέλεση καθήκοντος του Στρατιώτου, κατά την πολεμική
περίοδο 1940-45.
Θα παραθέσωμε για απόδειξη απλώς μνεία των διακρίσεων με τις
οποίες τιμήθηκε στις πολλαπλές αποστολές του σαν αξιωματικός του
Ελληνικού Ναυτικού, υπό ποικίλες ιδιότητες, όπως μάχιμος αξιωματικός
ναυτικού, δολιοφθορεύς στο Αιγαίο, μέλος-σύνδεσμος μυστικών
οργανώσεων αντιστάσεως, συμμετοχής στις συμμαχικές επιχειρήσεις της
Μεσογείου και γενικά σε όποια επικίνδυνη αποστολή μπορούσε να
μετάσχη.
Με το πιστοποιητικό 146/Αρ. Πρωτ.720806/21-7-1959, ΓΕΣ, Κλάδος
Β, Γρ. Β4/ν αναγνωρίζεται σαν μέλος της οργανώσεως πληροφοριών -
δολιοφθορών ΑΛΙΚΗ, υπ' αύξοντα αριθμό 113, από τον Απρίλιο 1942 έως
το Φεβρουάριο 1943. Είχε εντάξει στην ίδια οργάνωση τη γενναία
μεγαλύτερη αδελφή του Ευαγγελία και το σύζυγο της Γεώργιο
Παπαγεωργίου.
Με το υπ' αριθ. 189/1953 ΥΕΘΑ/ΓΕΝ/ΑΚΒ/ΔΔ/27-3-1953
πιστοποιείται ότι υπηρέτησε στη Μέση Ανατολή από 12-1-1943 και μετέσχε
των πολεμικών επιχειρήσεων από την 12-1-1943 έως 15-8-1945.
Από το Αρχηγείο των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων της Μέσης
Ανατολής (Διοικητής William Donovan, Υποστράτηγος Αμερ. Στρατού)
πιστοποιείται ότι υπηρέτησε υπό τας διαταγάς των Αμερικανικών
Στρατιωτικών Δυνάμεων Μέσης Ανατολής, από 10-8-1943 έως 24-8-1944.

43
Με το από 1/3/1950 Β.Δ. του απονεμήθηκε το μετάλλιο εξαίρετων
πράξεων «διότι μετέσχε ειδικής αποστολής εκ Μέσης Ανατολής εις
εχθροκρατουμένην Ελλάδα, με εξαιρετικό κίνδυνο της ζωής του, ενώπιον
του εχθρού, προσέφερε μεγίστας υπηρεσίας εις τον υπέρ πατρίδος αγώνα
και επέδειξεν αυτοθυσίαν και πλήρη αφοσίωσιν προς το καθήκον. Ο επί των
Ναυτικών Υπουργός».
Από τον Ανώτατον Αρχηγόν Συμμαχικών Δυνάμεων Μεσογείου,
Στρατάρχην H.R ALEXANDER «εν ονόματι των Κυβερνήσεων και Λαών
των Ηνωμένων Εθνών» του απονεμήθηκε το υπ' αριθ. 5/175/Ιούλιος 1945
ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΑΤΡΙΩΤΟΥ «διά τας υπηρεσίας ας προσέφερεν εις
τον αγώνα διά την ελευθερίαν».
Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων και Πάσης Παλαιστίνης του απένειμε την
10/11/1946 «δίπλωμα εις επιβράβευσιν των υπέρ πίστεως και πατρίδος
εκτάκτων υπηρεσιών αυτού».
Τέλος με την υπ' αριθ.πρωτ. 054/20680/ από 5-6-1947 του Υπουργού
Ναυτικών του απονεμήθηκε «το αναμνηστικό μετάλλιο του
Ελληνοϊταλογερμανικού πολέμου, διά τας κατά θάλασσαν διεξαχθείσεας
επιχειρήσεις εις Μεσόγειον - Ατλαντικόν - Ινδικόν, από 23 Απριλίου 1941
έως 8 Μαΐου 1945». Αθήνα 28 Δεκεμβρίου 1949. Ο επί των Ναυτικών
Υπουργός Γ. Βασιλειάδης.
Εμμανουήλ Νικολάου Δεληγιαννάκης 1899-1991. Δισέγγονος του
Σήφη Δεληγιαννάκη, του 1821, γόνος του κλάδου της Μήλου. Έστω και
στον περιορισμένο χώρο της Νήσου Μήλου, μόλις δόθηκε η ευκαιρία,
σύμφωνα με «Βεβαίωση από 24-5-1945 του Ιερού Λόχου, Β Μοίρας, II
Τμήμα», «έσπευσε μετ' επιμονής να συνδεθή με την περίπολον και να
παράσχη κάθε βοήθεια (Φεβρουάριος 1945). Έκτοτε η οικία του στη θέσι
ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ, απετέλει σταθμό διελεύσεως όλων των προς τον Χάλακα
περιπόλων, αψηφώντας κάθε κίνδυνο εκ των Γερμανών. Διά των υπηρεσιών
του αυτών εβοήθησε μεγάλως τα ημέτερα τμήματα εις την εκπλήρωσιν της
αποστολής των. Μήλος 24 Μαΐου 1945. Ο Διοικητής του II Τμήματος,
ταγματάρχης Βασιλαράκος». Οι επιδρομές αυτές, στις οποίες βοήθησε,
όπως και ο ακολουθών Ανδρέας διενηργούντο από 20 Μαρτίου έως 9
Μαΐου 1945.
Τιμήθηκε με το υπ' αριθ. 37 «ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΛΛΗΝΟΣ
ΠΑΤΡΙΩΤΟΥ» 24/5/1945.
Ανδρέας Δεληγιαννάκης, αδελφός του προηγουμένου, εκ Μήλου.
Εκδήλωσε παράλληλη δράση με τον Μανώλη και τιμήθηκε με ομοιότυπο
«ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΛΛΗΝΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΟΥ» υπ' αριθ. 38, 24/5/1945.

4 4
ΚΛΑΔΟΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ
Από τους βασικούς κλάδους της οικογένειας Δεληγιαννάκηδων -
Βαρδουλάκηδων, όπως αυτή έφθασε ως τις μέρες μας, μπορούμε να
διακρίνουμε τους ακόλουθους:
1) Δεληγιαννάκηδες της Αργυρουπόλεως Ρεθύμνης, με προεκτάσεις
στην Αθήνα και αλλού. Είναι απόγονοι του Βάσου Βαρδουλέ ή
Δεληγιαννάκη, γιου του Ζαππετο Βαρδή Δεληγιάννη, από την Ανώπολι
Σφακίων. Στον κλάδο αυτό ανήκουν οι ονομαστικώς αναφερθέντες από τους
παραπάνω: Ιωάννης Δεληγιαννάκης, γιος του Βάσου και οι καπετάνιοι γιοι
του Κανάκης, Μάρκος και Ηλίας, οι και τελευταίοι καπετάνιοι αρχηγοί της
οικογένειας των Κρητικών Επαναστάσεων και του Μακεδόνικου Αγώνα.
Από τους νεώτερους, ο αναφερθείς Μανούσος Φασουλάκης.
2) Δεληγιαννάκηδες της Μήλου και του Πειραιά. Κατ' ευθείαν
απόγονοι των αναφερθέντων παραπάνω αρχηγών της επαναστάσεως του
1821-30 Στρατή Δεληγιαννάκη ή Μπικοστρατή (του ήρωα του
Φραγκοκάστελλου) και κυρίως του αδελφού του Σήφη, από το Ασφένδου
Σφακίων, γιων του Νικολάου Γεωργίου Δεληγιαννάκη ή Μπίκου. Στον
κλάδο αυτό ανήκουν από τους ήδη αναφερθέντες οι: Ανδρέας
Δεληγιαννάκης, διακοσίαρχος του 1821-30, ο γιος του Νικόλαος,
καπετάνιος του 1897 και οι γιοι του Νίκου Μανώλης και Ανδρέας.
3) Δεληγιαννάκηδες του Ηρακλείου Κρήτης. Είναι απόγονοι του
Θεοδώρου, Πεντακοσίαρχου του 1821, που αναφέρθηκε παραπάνω, γιου
του Νικολάου Γ. Δεληγιαννάκη ή Μπίκου και αδελφού των Γεωργίου,
Στρατή, Σήφη κ.λ.π., από το Ασφένδου Σφακίων.
4) Δεληγιαννάκηδες Κομιτάδων Σφακίων. Είναι επίσης απόγονοι του
Θεοδώρου Δεληγιαννάκη της προηγούμενης παραγράφου.
5) Δεληγιαννάκηδες της Παντάνασσας Ρεθύμνης. Δεν έχομε
μπορέσει να εξακριβώσομε τον Γενάρχη τους.
6) Δεληγιαννάκηδες του Σελίνου. Είναι απόγονοι του Ανδρέα
Δεληγιαννάκη, κατά πάσαν πιθανότητα γιου του Νίκου Δεληγιαννάκη ή
Μπίκου, που μετοίκισε από το Ασφένδου στον Άγιο Ιωάννη Ανωπόλεως,
αδελφού των Σήφη, Στρατή, Θεοδώρου κ.λ.π.
7) Βαρδουλάκηδες, (επίθετο που επικράτησε για τους επόμενους
κλάδους), του Σελίνου Χανίων Κρήτης. Είναι απόγονοι των γιων του
Ζαππετοβαρδή Δεληγιάννη, Νίκου και Αναγνώστη, αδελφών του γενάρχη
των Δεληγιαννάκηδων Αργυρουπόλεως Ρεθύμνης και του Μανούσου
Βαρδουλάκη ή Βαρδουλομανούσου, γενάρχη των Βαρδουλάκηδων της
Λακωνίας και των Ζαχαριάδων της Ανωπόλεως Σφακίων.

45
8) Βαρδουλάκηδες της Λακωνίας. Είναι απόγονοι του Μανούσου
Βαρδουλέ ή Δεληγιαννάκη (Βαρδουλομανούσου), γιου του Ζαππετοβαρδή
Δεληγιάννη, από την Ανώπολη Σφακίων και αδελφού του Βάσου Βαρδουλέ
ή Δεληγιαννάκη, γενάρχη του κλάδου Αργυρουπόλεως Ρεθύμνης και των
Νικολάου και Αναγνώστη Βαρδουλάκηδων, γεναρχών των Βαρδουλάκηδων
Σελίνου. Εγγονός του Βαρδουλομανούσου, ήταν ο Κυριακούλης
Βαρδουλάκης, Στρατηγός και Γερουσιαστής, στα χέρια του οποίου
βρισκόταν το «Λίμπρο του Ζαππετοβαρδή», γενεαλογικό βιβλιάριο του
1750, από το οποίο ο δεύτερος εξάδελφος του καπετάν Μάρκος
Δεληγιαννάκης της Αργυρουπόλεως Ρεθύμνης αντέγραψε και διέσωσε μέχρι
τον γράφοντα το παρόν, την παρουσιαζόμενη γενεαλογική σειρά. Και ο
κλάδος τούτος μετακινήθηκε βαθμιαία στην Αθήνα.
9)Ζαχαριάδες της Ανωπόλεως Σφακίων. Και αυτοί απόγονοι του
Βαρδουλομανούσου, από τον πρώτο του γιο Ζαχαρία, που ήταν από μητέρα
Σφακιανή και εγκαταστάθηκε στην Ανώπολη, επιστρέψας από την εξορία
στη Λακωνία.

4 6
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΙΡΗΝΙΚΟ ΣΤΙΒΟ
Αλλά και στον ειρηνικό στίβο η οικογένεια Δεληγιαννάκηδων-
Βαρδουλάκηδων δεν χάθηκε και δεν υστερεί. Επειδή όμως οι διακριθέντες
ή διακρινόμενοι σ' αυτόν κατά το πλείστον ζουν αφ' ενός και αφ' ετέρου
κρίνομε σκόπιμο, συνεχίζοντες την οικογενειακή παράδοση σεμνότητος και
διατηρήσεως χαμηλού προφίλ, που ανέπτυξαν πρώτοι οι κατά τα άλλα
πανελληνίου εμβέλειας και γιγαντιαίου αναστήματος ήρωες της οικογένειας,
σεμνότητος που βρίσκει την αποθέωσί της στην έμμετρη αφήγηση
γεγονότων από τη μεγάλη επανάσταση 1821-1830 από τον πρωτοκαπετάνιο
Ρεθύμνης 1822-1830 Σήφη Δεληγιαννάκη (που ελπίζουμε σύντομα να
φέρουμε στο φως της δημοσιότητος), αποφασίσαμε να αναφερθούμε
σ'αυτούς στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό λιτά, τουλάχιστον όσον αφορά
στους ζώντες. Έτσι κατά σειράν των παραπάνω αναφερθέντων κλάδων θα
αναφερθούμε στους ακόλουθους.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΔΩΝ ΣΦΑΚΙΩΝ
(Παράρτημα 1 Γενεαλογίας)
Κανάκης Γερωνυμάκης. Διαπρεπής λαογράφος των Σφακίων,
τιμηθείς δίς (με πρώτο και δεύτερο βραβείο) από την Ακαδημία Αθηνών.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΔΩΝ ΜΗΛΟΥ
(Παράρτημα 2 Γενεαλογίας)
Νικόλαος Γεωργίου Δεληγιαννάκης. Νομικός
Θεόδωρος Γεωργίου Δεληγιαννάκης. Αδελφός του προηγουμένου.
Επίσης Νομικός, Σύμβουλος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών
Ελλάδος για θέματα εργατικού δικαίου.
Γεώργιος Νικολάου Δεληγιαννάκης, γιος του πρώτου από τους
παραπάνω, αρχαιολόγος.
Στο κεφάλαιο αυτό ο γράφων είναι βέβαιος ότι θα υπάρξουν παραλείψεις προσώπων που κι' αυτοί
αξίζουν ιδιαίτερης μνείας, ή πολύ λιτή μνεία άλλων, για τους οποίους θα άξιζε εκτενέστερη αναφορά. Ο
λόγος γι' αυτό είναι απλός και εύκολα κατανοητός. Και αυτός είναι ότι δεν ανταποκρίθηκαν
εκπρόσωποι των οικογενειών στην παράκληση μας να μας διαθέσουν στοιχεία και ονόματα συγγενών
που προέρχονται από τους κλάδους των, αν και ορισμένοι υποσχέθηκαν να το κάνουν. Είναι λοιπόν
απόρροια αδυναμίας ή ατέλειας επικοινωνίας και μόνον.

47
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΔΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
ΚΡΗΤΗΣ (Παράρτημα 3)
Εμμανουήλ Νικολάου Δεληγιαννάκης. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός,
Οικονομολόγος Μηχανικός, τέως πολιτευτής, τέως Γενικός Διευθυντής
ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. Γεννήθηκε το 1938 και σπούδασε στο Άαχεν της Γερμανίας. Το
1973 έγινε επιστημονικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών
του Πολυτεχνείου του Άαχεν και το 1974 συνεργάτης στο Ινστιτούτο
Εμπειρικών Κοινωνικών Ερευνών και Κυβερνητικής στην Κολωνία.
Υπήρξε Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Ευρωπαϊκών Κέντρων
Παραγωγικότητας από της 1ης/1/1992 και μέλος του Τεχνικού
Επιμελητηρίου Ελλάδος και του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.
Νικόλαος Στρατή Δεληγιαννάκης. Αρχτέκτων-Πολεοδόμος.
Στρατής Νικολάου Δεληγιαννάκης. Περιβαλλοντολόγος, γιος του
προηγουμένου.
Γεώργιος Στρατή Δεληγιαννάκης. Χημικός-Οινολόγος.
Ναταλία Γεωργίου Δεληγιαννάκη-Καλλίνη. Θυγατέρα του
προηγουμένου, Φιλόλογος, διδάκτωρ τού Πανεπιστημίου Οαιηοπα1§6.
Νικόλαος Ιωσήφ Δεληγιαννάκης. Φυσικός με ειδικότητα στη Φυσική
Πλάσματος. P.H.D Απόφοιτος των Αγγλικών Πανεπιστημίων Kings College του Λονδίνου
και του Πυρηνικής Φυσικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Ζει στην Αγγλία και
εργάζεται στο ΙΕΤ «Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Πυρηνικής Σύντηξης». Από το
Σεπτέμβριο του 1999 εργάζεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Commission)
στις Βρυξέλλες (τομέας έρευνας).
Θεόδωρος Νικολάου Δεληγιαννάκης. Φυσικομαθηματικός με
μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία στην επιχειρησιακή έρευνα.
Εργάσθηκε σε διευθυντικές θέσεις της SHELL, επίσης ως διευθύνων
σύμβουλος της SHELLGAS και ήδη ως Διεθυντής της Ελληνικής Ενώσεως
Εταιριών Υγραερίου.

48
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΔΩΝ
ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ (Παράρτημα 3)
Είναι από τους σχετικά νεότερους κλάδους. Από τους ζώντας και σε
ενεργό δράση, με κοινωνική επίδοση, αναφερόμαστε, κατά τις πληροφορίες
που μας δόθηκαν από τον κλάδο στους ακόλουθους:
Μιχαήλ Εμμανουήλ Δεληγιαννάκης. Αρχιτέκτων, εργάζεται σήμερα
στη Νομαρχία Ρεθύμνης, ως διευθυντής Πολεοδομίας.
Εμμανουήλ Νικολάου Δεληγιαννάκης. Φυσικός, διδάκτωρ του
Πανεπιστημίου του ΚΕΝΤ, στέλεχος της Ολυμπιακής Αεροπορίας.
Δημήτριος Στυλιανού Δεληγιαννάκης. Διδάκτωρ Αγγλικής
Γλώσσης, στέλεχος της Τραπέζης της Ελλάδος.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΔΩΝ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΡΕΘΥΜΝΗΣ (Παράρτημα 4)
Φαίδρα Κανάκη Δεληγιαννάκη (1898 - 1963). Κόρη του Καπετάν
Κανάκη I. Δεληγιαννάκη οπλαρχηγού του, 1889, 1896-7 και 1912-13 και
εγγονή του Ιωάννη Βάσου Δεληγιαννάκη ή Βασούλη, αρχηγού Ρεθύμνης
στην μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866-1868.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αργυρούπολη Ρεθύμνης. Τσως η πρώτη
γυναίκα επιστήμων της Οικογένειας, σπούδασε και άσκησε την Ελληνική
Φιλολογία, από το 1933. Λογοτέχνης και αυτοδίδακτη Αγιογράφος.
Από τα λογοτεχνικά της έργα αναφέρονται με κολακευτικές κριτικές τα
ακόλουθα: το θεατρικό δράμα «Στον Παρθενώνα δόκιμη καλόγρια» το
1951, που διδάχτηκε πολλές φορές στο θέατρο. Την «Απαγωγή του Κράϊπε»
το 1952. Αργότερα: «Μια δάφνη στη Μεσόγειο αιματοποτισμένη», «ο
Μίνως» και βρισκόταν υπό εκτύπωση τα «Ριζίτικα τραγούδια» και
«Παραμύθια της Κρήτης». Δεν γνωρίζουμε αν εκτυπώθηκαν.
Αγιογραφίες της κοσμούν εξωκλήσια του χωριού της.
Ηλίας Στυλιανού Δεληγιαννάκης. Στρατιωτικός ιατρός. Εξαντλήσας
ιεραρχίαν, αποστρατεύθηκε ως υποστράτηγος, διευθυντής Υγειονομικού του
Ελληνικού Στρατού. Επίσης, στον πανεπιστημιακό στίβο του απονεμήθηκε
ο τίτλος Υφηγητού της Νευρολογίας-Ψυχιατρικής από την Ιατρική Σχολή
του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (στη νεότερη ορολογία ο
τίτλος αυτός λέγεται «άμισθος επίκουρος καθηγητής»).


ΦΩΤΟ

 

Το μιτάτο των Δεληγιαννάκηδων, μεταξύ Ίμβρου και Ασφένδου
(γνωστό και ως «Κοΰμοι» των Ντεληγιάννηδων)

4 9
Θυγατέρες του είναι οι δύο που ακολουθούν:
Άλκηστις Ηλία Δεληγιαννάκη. Φιλόλογος Αγγλικής Φιλολογίας.
Δίδαξε επιτυχώς στα εκπαιδευτήρια «ΠΛΑΤΩΝ».
Ηλέκτρα Ηλία Δεληγιαννάκη-Ζαχαριάδη. Κοινωνιολόγος,
απόφοιτος της Παντείου Σχολής.
Μαγδαληνή Στυλιανού (Δεληγιαννάκη)-Δουλγεράκη Τυλλιανάκη.
Αδελφή του προηγουμένου. Ιατρός Μικροβιολόγος.
Δανάη Ε. Τυλλιανάκη. Κόρη της προηγουμένης. Φαρμακοποιός.
Μάρκος Θεοδώρου Δεληγιαννάκης. Αξιωματικός πεζικού, έφθασε
στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχου.
Αγάπη Ιωάννου Δεληγιαννάκη. Φιλόλογος.
Εμμανουήλ Εγγλέζος-Δεληγιαννάκης. Γιος της προηγουμένης.
Νομικός. Πρόσφατα εκλέχθηκε Γενικός Γραμματέας της «Ενώσεως των
Απανταχού Σφακιανών» και Εκδότης και Διευθυντής Συντάξεως της
εφημερίδας "ΣΦΑΚΙΑ", της ίδιας Ενώσεως και ακόμη πρόεδρος της
«Ενώσεως των Αργυρουπολιτών Αθηνών».

50
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΔΩΝ ΣΕΛΙΝΟΥ
(Παράρτημα 5)
Ιωσήφ Εμμανουήλ Μπουτσικάκης. Ιατρός
Μάρκος Εμμανουήλ Μπουτσικάκης. Αδελφός του προηγουμένου.
Οικονομολόγος.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΒΑΡΔΟΥΛΑΚΗΔΩΝ ΛΑΚΩΝΙΑΣ
(Παράρτημα 6)
Γεώργιος Δημοσθένη Βαρδουλάκης. Φιλόλογος- Λογοτέχνης.
Μανουέλα Δημοσθένη Βαρδουλάκη-Βαρδινογιάννη. Παντρεύτηκε
τον από τη μητέρα του μακρυνό συγγενή της Νίκο Βαρδινογιάννη, ιδρυτή
της δυναστείας επιχειρήσεων Βαρδινογιάννη και απέκτησαν τέσσερα τέκνα.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΖΑΜΠΕΤΗΔΩΝ-ΖΑΧΑΡΙΑΔΩΝ
ΑΝΩΠΟΛΕΩΣ (Παράρτημα 6Α)
Ανδρέας Μανώλη Ζαχαρίας. Υπάλληλος Πολιτικής Αεροπορίας στο
αεροδρόμιο Χανίων.
Ευαγγελία Μανώλη Ζαχαρία. Αδελφή του προηγουμένου.
Υπάλληλος Εμπορικής Τράπεζας.
Αννα Μανώλη Ζαχαρία. Αδελφή των προηγουμένων. Υπάλληλος
Ταχυδρομείου Καλλιθέας Αττικής.
Πόπη Μανώλη Ζαχαρία. Αδελφή των προηγουμένων.
Ανθυποσμηναγός της Πολεμικής Αεροπορίας.

51
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΒΑΡΔΟΥΛΑΚΗΔΩΝ ΣΕΛΙΝΟΥ
(Α. Παραρτήματος 7Α Γενεαλογίας)
Αντώνιος Ιωάννου Βαρδουλάκης. Μετείχε σε αντάρτικες ομάδες
κατά τη Γερμανική κατοχή, με σημαντική δράση και ήταν μέλος της ομάδας
που δολοφόνησε τον αιμοσταγή Γερμανό Χανς, φόβο και τρόμο της
επαρχίας Σελίνου.
Ευτύχιος Γεωργίου Βαρδουλάκης. Γεννήθηκε το 1939 στους
Ανύδρους Σελίνου. Κατετάγη στη Χωροφυλακή και φοιτήσας στη σχολή
Αξιωματικών Χωροφυλακής, ονομάσθηκε το 1967 Ανθυπομοίραρχος.
Προαγόμενος πάντα κατ' εκλογήν, και υπηρετήσας σε διάφορες μάχιμες και
επιτελικές θέσεις αποστρατεύθηκε μετά από αίτηση του το 1989 με το
βαθμό του Ταξιάρχου της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ).
Ηλίας Εμμανουήλ Βαρδουλάκης. Πτυχιούχος της Παντείου και
Νομικής Σχολής Αθηνών είναι στέλεχος της Εμπορικής Τραπέζης.
(Β. Παραρτήματος 7Β Γενεαλογίας)
Πολύδωρος Νικολάου Βαρδουλάκης 1900-1991. Κατάγεται από τους
Ανύδρους Σελίνου και υπήρξε μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της
Κρητικής Παροικίας της Αθήνας.
Αφού κατόρθωσε να υπερνικήσει τις μύριες δυσκολίες της εποχής και
αφού υπηρέτησε 4 χρόνια στο στρατό, εκ των οποίων 18 μήνες στη Μικρά
Ασία, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έγινε
συμβολαιογράφος. Ένας από τους πιο επιτυχημένους και ανεγνωρισμένους
συμβολαιογράφους Αθηνών της εποχής, επί 42 ολόκληρα χρόνια.
Ορκισμένος να βοηθήσει νέους που πάλευαν, όπως πριν αυτός, να
σπουδάσουν με μύριες οικονομικές και μη δυσκολίες, κατανάλωσε έντονη
δραστηριότητα για τη δημιουργία φιλανθρωπικού πνευματικού ιδρύματος.
Κινητοποιώντας για το σκοπό αυτό γνωστούς και αγνώστους, μικρούς και
μεγάλους, Κρήτες της Κρήτης και της διασποράς, αλλά και μη Κρήτες και
υπερνικώντας μικρόψυχες αντιδράσεις, επέτυχε να κάνει την ιδέα έργο. Και
το έργο αυτό είναι το ευαγές Ίδρυμα «Κρητική Εστία», που εγκαινιάστηκε
στις 29 Μαρτίου 1970. Εστία με κύριο σκοπό να βοηθήσει στις σπουδές
στους Κρητικόπουλα, αλλά και όποιο άλλο καλό μπορέσει να κάνει. Και
αγωνίστηκε ώσπου να βρίσκεται σήμερα η Εστία προικοδοτημένη με 35
ακίνητα και 2 επί πλέον κληροδοτήματα, εχρημάτισε δε πρόεδρος της για 18
χρόνια. Είχε ήδη επιτύχει να θέσει το ίδρυμα υπό την αιγίδα της Παγκρητίου

52
Ενώσεως Αθηνών, της οποίας επίσης αποτελούσε στέλεχος επί πολύ μεγάλο
χρονικό διάστημα. Έτσι μπόρεσε να φύγει το 1991 ήσυχος, ότι το έργο του
γερά θεμελιωμένο, θα προχωρεί αισόδοξα τον αυτόνομο και αυτοδύναμο
δρόμο του.
Γεώργιος Αντωνίου Βαρδουλάκης. Στρατηγός, Αρχηγός της
Ελληνικής Χωροφυλακής. Διακρίθηκε από την αρχή της σταδιοδρομίας του
στη δίωξη του εγκλήματος, υποστάς και σωματικά τραύματα σοβαρά κατ'
αυτήν. Προαγόμενος άφησε εποχή ως Συνταγματάρχης Ανώτερος Διοικητής
Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης στην αρχή της δεκαετίας του 1950 και
ακολούθως της Κρήτης. Στην τελευταία αυτή θέση πέτυχε την οριστική
κατάπαυση της τελευταίας εστίας του Εμφυλίου Πολέμου, στο νομό
Χανίων, μόνος αυτός γενόμενος πιστευτός, αφού έδωσε το λόγο της τιμής
του στους τελευταίους φυγοδικούντες αντάρτες της αριστεράς, ότι η
κυβέρνησις τους συγχωρούσε, αφού πριν είχε εκμαιεύσει ο ίδιος από την
Κυβέρνηση αυτή την απόφαση. Ακολούθως διοίκησε ως αντιστράτηγος το
σώμα της Ελληνικής Χωροφυλακής. Οι τρεις γιοι του, διαπρέποντες στον
επιστημονικό στίβο, αναφέρονται στη συνέχεια:
Ανδρέας-Αντώνιος Γεωργίου Βαρδουλάκης. Πολιτικός μηχανικός,
διακρίθηκε στην ειδικότητα του και στη γενικότερη κοινωνική του δράση.
Έτσι, το 1990 του ανατέθηκε η προεδρία της Εταιρείας Αστικών
Συγκοινωνιών και το 1992 η προεδρία του Οργανισμού Αστικών
Συγκοινωνιών Αττικής. Είναι εκλεγμένο μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (EMSU).
Αντώνιος Γεωργίου Βαρδουλάκης. Καθηγητής στο Πολυτεχνείο
Θεσσαλονίκης.
Ιωάννης Γεωργίου Βαρδουλάκης. Καθηγητής στο Πολυτεχνείο
- ί ο
Αθηνών, Γραφείο Αντοχής Υλικών .
Προκοπής Γεωργίου Βαρδουλάκης. Έγκριτος δικηγόρος Χανίων και
Νομικός σύμβουλος μεγάλων επιχειρήσεων και οργανισμών.
Ανδρέας Νικολάου Βαρδουλάκης. Αντιστράτηγος Πυροβολικού.
Απόστρατος το 1967, έλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στο αποτυχόν
Δεκεμβριανό κίνημα του Βασιλέως Κωνσταντίνου, προς ανατροπήν της
διδακτορίας Παπαδοπούλου.
Η οικογένεια του Στρατηγού και οι γιοι του, αν και παρακληθέντες κατ'επανάληψιν, δεν μας διέθεσαν
περισσότερες πληροφορίες και γι' αυτό γράφουμε μόνον τα λίγα αυτά, που συλλέξαμε εξ άλλων πηγών
και από προσωπικές αναμνήσεις του γράφοντος, όσον αφορά τον ίδιο τον Στρατηγό.

53
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1.  ΜΑΡΚΟΣ I. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ.

1. ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από συνομιλίες με τον καπετάν ΜΑΡΚΟ ΙΩΑΝ.
ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗ.
2. ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ για τον ίδιο «Καϋμένη Τσαμουργιά». Τραγουδιέται στην
Ήπειρο και έχει γραφτεί σε δίσκο σαν «Βαρύ Τσάμικο» με τίτλο «Ο
ΝΤΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ».
3. ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ υπό Β. Γ. ΒΕΡΝΑΔΗ, που
αφορούν στη δράση του στην Ήπειρο.
4. ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2. ΗΛΙΑΣ I. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ.
1. ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ που αφορούν στον ΗΛΙΑ ΙΩΑΝ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗ, κατά
τον Μακεδόνικο Αγώνα (από Αρχείο Ιατρού Αναστασίου Πηχειών).
2. ΑΝΑΤΥΠΟ ΑΡΘΡΟΥ αφιερωμένου σ' αυτόν στη «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ
ΖΩΗ», τεύχος 193, Ιούνιος 1982, σελίδες 22-23.
3. ΑΝΑΦΟΡΑ για τον ίδιο σε δημοσίευμα που αφορά στον καπετάν Λάζο
στη «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΖΩΗ», τεύχος 156, Μάϊος 1979, σελίς 32.
4. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ κατά το Μακεδόνικο
αγώνα που τα πήραμε από την «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ
ΑΓΩΝΟΣ» του ΣΤΑΜΑΤΗ ΡΑΠΤΗ, που δημοσιεύθηκε το 1908.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3. ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΒΑΣΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ.
ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ από τη ζωή του όπως μας τα διέσωσε η προφορική
οικογενειακή παράδοση.

54
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Από συνομιλίες με τον "καπετάν" ΜΑΡΚΟ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗ
Ο γράφων είχε το προνόμιο να είναι ο πρώτος από την οικογένεια των
Δεληγιαννάκηδων, εν προκειμένω του κλάδου Αργυρουπόλεως Ρεθύμνης,
που ακολούθησε στρατιωτική καριέρα, σπουδάζοντας στη Στρατιωτική
Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης, είκοσι πέντε όλα χρόνια μετά τους
τελευταίους απελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους. Για το λόγο αυτό και
απελάμβανα ιδιαιτέρων αισθημάτων εκ μέρους του Γέρου Καπετάνιου, που
έβλεπε στο πρόσωπο μου να μην έχει πεθάνει η προς τα στρατιωτικά,
"έστω και σαν γιατρός" όπως έλεγε κλίσις και συνέχεια, μιας ιστορικής
οικογένειας, που ο ίδιος είχεν ιχνηλατήσει τις ρίζες της από το 16° αιώνα.
Για το λόγο αυτό στις συναντήσεις μας, στα διαλείματα των σπουδών
μου, μου διηγιόταν διάφορες στιγμές από την πολυτάραχη ζωή του και τη
συμβολή του στους απελευθερωτικούς αγώνες της Φυλής.
Τις αναμνήσεις αυτών των διηγήσεων θα προσπαθήσω να καταγράψω
στη συνέχεια.
ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Από την συμβολή του στην απελευθέρωση της Ηπείρου
Ο Μάρκος Ιωάννου Δεληγιαννάκης, οπλαρχηγός ήδη υπό τον πατέρα
του, αρχηγό του Νομού Ρεθύμνης στις Κρητικές Επαναστάσεις του 1866-68
και 1897, συμμετασχών ως οπλαρχηγός στην τελευταία, ήταν ένας από τους
αρχηγούς που εχρησιμοποίησε ο μεγαλοφυής Εθνάρχης Ελευθέριος
Βενιζέλος, στέλνοντας τους μπροστά από τον ελληνικό Στρατό, πριν από τη
μεγάλη εξόρμηση του 1912, στην κατεχόμενη Ήπειρο και Μακεδονία,
αυτούς που η αναμνηστική στήλη στο χώρο του τότε Στρατηγείου του
διαδόχου Κωνσταντίνου στο Εμίν Αγά, προ των Ιωαννίνων, αναγράφει ως
"ΚΡΗΤΕΣ ΠΡΟΣΚΟΠΟΙ". Ο μεγαλύτερος αδελφός του Κανάκης
στάλθηκε τότε με το σώμα του στην Ανατολική Ήπειρο (Πέντε Πηγάδια,
Ξηροβούνι), ο δε μικρότερος, Μακεδονομάχος ήδη αρχηγός Ηλίας, στη
Δυτική Μακεδονία και από εκεί εστράφησαν αργότερα προς τα Ιωάννινα
και συναντήθηκαν με τον Μάρκο, αφού μετέσχον στη Μάχη του Δρίσκου,
στην κυκλωτική κίνηση του ελληνικού Στρατού περί τα Ιωάννινα.

55
Ο Μάρκος, με ίδιο σώμα από 30 Κρήτες και 70 Σουλιώτες
Θεσπρωτούς, περίπου, είχε σαν αποστολή την αποκοπή της Θεσπρωτίας και
παρεμπόδιση της αποστολής ενισχύσεων στα Γιάννινα από την πλούσια σε
Τουρκαλβανικό μουσουλμανικό στοιχείο Θεσπρωτία (ή Τσαμουριά τότε).
Για να το πετύχει αυτό εκινείτο και πολεμούσε στον άξονα -Όρη Σουλίου-
Καλαμάς Ποταμός- συνδεόμενος και συμπράττων με τον καπετάν
Κρομύδα, από το Δεσποτικό, που είχε την ευθύνη βορείως της περιοχής του
Δεληγιαννάκη.
Οι μαρτυρίες, γραπτές και προφορικές από κατοίκους της περιοχής που
ακόμη θυμούνται, λένε ότι η δράσις του ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική.
Ήτο τόσο έντονα εμπλεγμένος, ώστε χρειάσθηκε να στείλει αντιπρόσωπο
για να βαφτίσει εκ μέρους του τον αργότερα υφυπουργό Εσωτερικών
Αθανασίου, που θα τον βρούμε σε οψιμότερη "ανάμνηση", γιατί τη μέρα
της βαπτίσεως πολεμούσε.
Σε μια από τις μάχες αυτές σκοτώθηκε ο σημαιοφόρος και ανηψιός
του, (απώλεια την οποία θυμούνται ντόπιοι της περιοχής γιατί τη θρήνησε
πολύ ο αρχηγός και θείος του), ο Μανώλης Πατεράκης.
Όταν ελευθερώθηκαν τα Γιάννινα και έγινε ειρήνη, διαλύθηκαν και τα
αντάρτικα σώματα. Ο Μάρκος έμεινε στα Γιάννινα κάμποσο καιρό, πριν
γυρίσει πίσω. Μετά από λίγο καιρό όμως τον ζήτησαν και τον βρήκαν
κάμποσα από τα ντόπια παληκάρια του. " Καπετάνιε, του είπαν, ήρθαμε να
σε βρούμε γιατί φαίνεται πως για μας δεν ετελείωσε ο πόλεμος. Εμείς δεν
ελευθερωθήκαμε. Οι Τούρκοι αγάδες έχουν πάντα τα χωριά μας τσιφλίκια
και τους Αρβανίτες μαζί τους κι' εμείς είμαστε σκλάβοι. Εσύ θα μας
ελευθερώσεις". Όταν εκδήλωσε την απορία του για το τι ήθελαν να κάνει,
του είπαν ότι ζητούν να μπει πάλι αρχηγός τους και να πάνε να σκοτώσουν
τους αφέντες τους. Ο καπετάνιος αρνιόταν για πολλήν ώρα, λέγοντας τους
πως αυτό πια θα είναι ένα καθαρό φονικό, αφού ο πόλεμος είχε τελειώσει.
Αφού τον πάλευαν πολλή ώρα για να τον πείσουν, πικραμένοι του δήλωσαν
ότι "δεν θα τον ξέρουν πια για αρχηγό τους και θα πάνε οι ίδιοι να
ξεκαθαρίσουν τη Θεσπρωτία, όπως μπορέσουν". Όταν πια είδε ότι ήταν
αποφασισμένοι, υπέκυψε. Τους μάζεψε και ξεκίνησαν.
Στη Θεσπρωτία έστελνε μαντατοφόρο σ' έναν-έναν στους αγάδες και
τους ειδοποιούσε ότι τους θέλει ο αρχηγός '' για να τους πάει στα Γιάννινα,
όπου τους ζητά ο στρατηγός ο Δαγκλής". Συγκέντρωσε έτσι 72 αγάδες και
ξεκίνησαν. Όταν έφθαναν στο πέρασμα που λέγεται "Σκάλα της
Παραμυθιάς", διέταξε στάση για να ξεκουρασθούν. Είχε διαλέξει αυτή τη
θέση σαν χώρο του δράματος, γιατί ήταν μια "λάκα", περιμετρικά της
οποίας έταξε τους άνδρες του για φρούρηση και γιατί στο μέρος αυτό είχε
σκοτωθεί ο ανηψιός και σημαιοφόρος του Μανώλης Πατεράκης. Όμως δεν
είχε ακόμη νικήσει τις δικές του αντιστάσεις για το φονικό στο οποίο είχε
κληθεί να πρωταγωνιστήσει. Έκατσε "πάνω σ' ένα χαράκι" (=βράχος
στην κρητική διάλεκτο) κρατούσε το κεφάλι του, μακριά από όλους και

56
σκεπτόταν. Εκεί τον επλησίασε ένα από τα παληκάρια του και του είπε ότι
ζητά να του μιλήσει ένας από τους αγάδες. Τον δέχθηκε και εκείνος του
είπε: " Καπετάνιε εμείς εκαταλάβαμε τώρα πού μας πας και τι θα μας
κάνεις. Είμαστε δυο αδέλφια εδώ. Άφησε τον ένα μας και θα σου φέρει δυο
φορτώματα χρυσάφι, να μας αφήσεις ελεύθερους".
Αυτό έκανε τον καπετάνιο να αποφασίσει αμέσως εκείνο που ως τότε
δυσκολευόταν. Τον έδιωξε σκαιώς να πάει με τους άλλους, πήδηξε πάνω
"στο χαράκι" και φώναξε στους μελλοθάνατους: "Σκυλιά, 400 χρόνια μας
πίνατε το αίμα. Ήλθε η ώρα να πληρώσετε. Το χρυσάφι σας δεν μας
χρειάζεται". Έδωσε την διαταγή και σε λίγο όλοι είχαν εκτελεσθεί.
Μεθυσμένοι οι άνδρες του από την εκπλήρωση του ονείρου της
τελικής τους απελευθερώσεως, δεν επιβεβεβαίωσαν τον θάνατο όλων των
θυμάτων. Δυο από αυτούς δεν είχαν πεθάνει, προσποιήθηκαν τους νεκρούς
και όταν έφυγαν οι θύτες τους, εσύρθηκαν τραυματσμένοι και κατόρθωσαν
να φθάσουν ως την Πάργα. Από κει διεκπεραιώθηκαν στην Κέρκυρα και
παρουσιάσθηκαν στο Αυστριακό Προξενείο, όπου και ανέφεραν τα
γενόμενα. Οι Αυστριακοί εκπροσωπούσαν διπλωματικά τους Τούρκους
εκείνη την εμπόλεμη περίοδο. Δημιουργήθηκε έτσι διπλωματικό επεισόδιο
και ο Βενιζέλος αναγκάσθηκε να διατάξει την σύλληψη του Μάρκου
Δεληγιαννάκη, διαμηνύοντας του ταυτόχρονα ότι το κάνει για να
ικανοποιήσει την διαμαρτυρηθείσα δύναμη. Τον έκλεισαν στις φυλακές του
Κάστρου των Ιωαννίνων, απ' όπου όμως τον άφηναν τα βράδυα να βγαίνει
και να παίρνει ένα μεζεδάκι με τους φίλους του. Όπως μου έλεγε πάντα,
διεξήχθη δίκη, καταδικάστηκε σε θάνατο και ακοινώθηκε αργότερα η
εκτελεσίς του. Κρυφά τον άφησαν ελεύθερο κα έφυγε από την Ήπειρο.
Λένε σήμερα στην Παραμυθιά, πως "οι Αρβανίτες το κρατάν 30
χρόνια". Σε εκδίκηση τους για το φόνο των αγάδων αποδίδουν την
προδοσία από τους Τσάμηδες που οδήγησε στην εκτέλεση των Προκρίτων
της Παραμυθιάς από τους Γερμανούς στην κατοχή. Με την σειρά του,
εκδικούμενος ο ΕΔΕΣ του στρατηγού Ζέρβα, κατεδίωξε τους τελευταίους
μουσουλμάνους από την Θεσπρωτία και έμεινε αμιγώς ελληνοκατοικούμενη
σήμερα και αυτή η ελληνική γη. Καθαρισμένη από τον Μάρκο
Δεληγιαννάκη και το Ναπολέοντα Ζέρβα.
Το περιγραφέν επεισόδιο και όλη η δράση του Μάρκου στην Ήπειρο
τραγουδιέται σε ωραίο επικό ποίημα, που σαν τσάμικο φέρει τον τίτλο "Ο
Ντεληγιαννάκης''.
Από το 1912 ως το 1940
Έλαβε μέρος σαν αρχηγός ιδίου αντάρτικου σώματος στον αγώνα για
την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου το 1914. Από αυτόν δεν

 

ΦΩΤΟ 
Σώμα Εθελοντών στο Θερισσό το 1905

 

57
ενθυμούμαι να μου έχει διηγηθεί κάτι ούτε και από τα επόμενα χρόνια, κατά
τα οποία είχε ονομασθεί έφεδρος υπολοχαγός κατ' απονομήν, όπως και ο
μικρότερος αδελφός του Ηλίας. Δεν γνωρίζω για τη συμμετοχή του στον Α!
Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίο σκοτώθηκε στις 19 Μαΐου 1918 ο
ανωτέρω αδελφός του Ηλίας στο Σκρα. Ασφαλώς και ο Μάρκος μετέσχε σ'
αυτόν τον πόλεμο, γιατί έπαιρνε σύνταξη σαν υπολοχαγός, ασήμαντη σε
ποσό λόγω των λίγων χρόνων της επισήμου υπηρεσίας του σαν
αξιωματικού. Φωτογραφία του που διαθέτω αυτής της εποχής, φέρει την
ιδιόχειρη εγγραφή του «Μάρκος Δεληγιαννάκης - Υπολοχαγός πεζικού,
υπασπιστής 8ου προκαλύψεως».
Έμεινε μερικά χρόνια στην Αθήνα και για λίγο είχε εργασθεί στο Δήμο
Αθηναίων. Ο γράφων γεννήθηκε το 1927 και όντας ο πρώτος άρρην από τις
οικογένειες των Δεληγιαννάκηδων που γεννήθηκε μετά το 1918, πήρε κατά
γενική επιθυμία των το όνομα του Ηλία, που εθεωρείτο και ήταν ο
ηρωικότερος αδελφός από τους 4 γιους του αρχηγού των Επαναστάσεων
1866-68 και 1897, Ιωάννη Βάσου Δεληγιαννάκη ή Βασούλη. Από τότε που
θυμάμαι λοιπόν, ενθυμούμαι το σεβάσμιο γέροντα αδελφό Κανάκη, με την
Κρητική φορεσιά, τις βράκες και τη σεβάσμια γενειάδα και τον νεότερο
Μάρκο, με στρατιωτική φορεσιά, κυλότα και γκέτες, του αξιωματικού, να
ζουν στην Αργυρούπολη. Ο πρώτος με οικογένεια και απογόνους, ο
δεύτερος μοναχικός -έμεινεν άγαμος- σε ενοικιαζόμενο δωμάτιο, που σαν
μόνη κτηματική περιουσία διέθετε αγροτεμάχιο περίπου 1/3 έως ιΑ
στρέμματος στην είσοδο του χωριού, που το είχε μετατρέψει σε
"οικογενειακό νεκροταφείο της Οικογένειας Δεληγιαννάκηδων" και σαν
τέτοιο παραμένει, το είχε φυτέψει με όμορφα κυπαρίσσια και είχε σ'αυτό
τον τάφο του παππού του Βάσου, του πατέρα του Ιωάννη και του αδελφού
του Ηλία, του οποίου τα οστά και το μαρμάρινο σταυρό, που το σύνταγμα
του είχε κάνει, μετέφερε ο ίδιος το 1924 από την Αξιούπολι, Κιλκίς,
υπηρετών ακόμη τότε ως υπολοχαγός και υπασπιστής Συντάγματος
Προκαλύψεως στο Νομό Σερρών. Τώρα και οι υπόλοιποι γέροντες
αναπαύονται εκεί. Τα δικαιώματα του από την πατρική περιουσία είχε
αφήσει στους αδελφούς του που είχαν απογόνους.
Ζούσε λοιπόν σε εκούσια πενία, αλλά πάντα καθαρός περιποιημένος
και πολύ ωραίος, ροδοκόκκινος, με κοντή γενειάδα και αρειμάνιο μύστακα,
ενώ στις πάντα βαθουλωμένες κόγχες του στριφογύριζαν ανήσυχα
κυριολεκτικά αετίσια μάτια. Από ηλικίας 55 ετών ετρέφετο μόνο με φυτικές
τροφές. Το νερό του το έφερνε κάθε πρωΐ μόνος σ' ένα μικρό σταμνάκι από
τις μεγάλες πηγές του χωριού, όπου κατέβαινε μια απόσταση λιγότερη από
ένα χιλιόμετρο, αλλά με υψομετρική διαφορά 150-200 μέτρων, με
κακοτράχαλο καλντιρίμι. Οι συναναστροφές του ήσαν πολύ λίγες. Δεν
αξίωνε τον καθένα με τη σχέση του. Για όλη αυτή τη μεγαλοπρεπή και
απόμακρη εικόνα του, οι χωριανοί του είχαν δώσει το παρατσούκλι
"Τσάρος".


ΦΩΤΟ

Σημαία του Καπετάν Μάρκου Δεληγιαννάκη
Ιστορικό Μουσείο Ηρακλείου

ΦΩΤΟ

Σπαθί του Καπετάν Μάρκου Δεληγιαννάκη
Ιστορικό Μουσείο Ηρακλείου

58
Ασυμβίβαστος, ελεύθερος, με όλη την έννοια που έδινε ο Καζαντζάκης
στον όρο (δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος) έκανε
μακρούς περιπάτους σε εξοχές, πάντα μοναχικός και μένοντας στο μικρό
του σπιτάκι, που το είχε διαμορφώσει σε ατομικό μουσείο. Οι τοίχοι ήταν
καλυμένοι με φωτογραφίες των ηρώων του μεγάλου αγώνα της Ελληνικής
Επαναστάσεως του 1821, της Ελλάδος και Κρήτης. Ψηλά σε περίοπτο θέση
είχε κορνιζώσει τη σημαία του σώματος του της Ηπείρου, ελληνική
πολεμική σημαία με το σταυρό και την εγγραφή " ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή
ΘΑΝΑΤΟΣ 1912 " και από κάτω οπλοθήκη με τα όπλα που κατά καιρούς
είχε χρησιμοποιήσει, απ' ότι θυμάμαι γκρα, μάουζερ ασημοστολισμένο
λάφυρο από Τούρκους της Ηπείρου, σπαθί Έλληνος αξιωματικού,
γιαταγάνι, πασαλή (το πελώριο κρητικό μαχαίρι) και περίστροφα. Μετά την
απελευθέρωση από τους Γερμανούς προστέθηκε σ' αυτό και ένα αυτόματο
γερμανικό Στάγιερ, από την δική του συμμετοχή στη μάχη της Κρήτης του
1941. Αυτά όλα γνωρίζω ότι στο τέλος της ζωής του ή ίσως μετά θάνατον
έχει κληροδοτήσει στο Εθνολογικό Μουσείο Ηρακλείου, σε μένα δε έδωσε
τη "Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια" του.
Αληθινό λείψανο της ηρωικής εποχής, όταν έφευγαν τα ανήψια του,
συνήθως εθελοντές, για τους αγώνες της Μικράς Ασίας και το 1940, τους
ευχόταν "να πας παιδί μου στο καλό και ο Θεός να σε αξιώσει να γυρίσεις
με ένα μάτι, ή με ένα χέρι ή με ένα πόδι, αφού θα έχεις δώσει το άλλο στην
πατρίδα". Ένας από αυτούς που πήραν την ευχή αυτή, ήταν και ο πατέρας
μου, όταν έφευγε εθελοντής το 1916.

59
ΣΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΟ 1941 - ΚΑΤΟΧΗ
Στα 72 χρόνια του, τον βρήκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και η μάχη
της Κρήτης. Εκείνες τις μέρες έμενε σ' ένα εξοχικό οικίσκο σ' ένα αμπέλι
συγγενή του στην παρυφή της πόλεως του Ρεθύμνου.
Σαν μύρισε μπαρούτι χλιμίντρισε το άλογο του πολέμου μέσα του.
Αναπέτασε την παλιά, μουσειακή σημαία του και μαζί κρέμασε τα
καλοσυντηρημένα και απαστράπτοντα στο δυνατό ανοιξιάτικο ήλιο άρματα
του.
Όπως μου έλεγε, κάποιο αεροπλάνο διέγραψε αναγνωριστικούς
κύκλους από πάνω "προφανώς το πέρασε για πολεμικό αρχηγείο". Ο
γέροντας θυμήθηκε ότι στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο τα ντουφέκαγαν τα
αεροπλάνα. Με την πείρα που διέθετε άρπαξε το όπλο του και άρχισε να
ντουφεκάει, αλλά όχι όπως-όπως. Όπως εγύριζε το αεροπλάνο, το
ακολουθούσε από τη μεριά της ουράς, από γωνία σε γωνία καλυπτόμενος,
για να αποφεύγει τον πολυβολισμό που είχε αρχίσει ο αεροπόρος. Μετά από
μερικές περιστροφές όμως "φαίνεται πως τον βαρέθηκε και του έριξε μια
μικρή βόμβα" η οποία ανετίναξε τοίχους του αμπελιού και προξένησε
ζημιές στον οικίσκο. "Τότε κατάλαβα πως δεν είναι πια ο πόλεμος όπως τον
ήξερα, εσταμάτησα να τον πυροβολώ, κάνοντας τον πεθαμένο και εκείνος
έφυγε".
Περισσότερα δεν μου είχε πει εκείνα τα χρόνια για την τελευταία του
μάχη. Μετά την απελευθέρωση όμως, στην οπλοθήκη προστέθηκε ένα
καλοδιατηρημένο αυτόματο Στάγιερ, με τον διακριτικό αετό του
αξιωματικού στη λαβή του.
Και άρχισε η μακριά νύχτα της κατοχής. Ο σεβάσμιος γέροντας
εζήτησε άδεια από τις αρχές κατοχής, όπως είχαν εκείνες εντολή από τον
ίδιο το Χίτλερ να παρέχουν και διατήρησε τα παλιά του πολεμικά λάφυρα
και το ιδιωτικό του μικρό μουσείο. Ώφειλε να παρουσιάζεται, όπως κάθε
παλιός αξιωματικός, μία φορά την εβδομάδα στις αρχές κατοχής, που
έδρευαν στο ίδιο το χωριό του. Όμως για τη σεβάσμια αυτή φιγούρα γινόταν
μια εξαίρεσις. Δεν τον καλούσαν, αλλά επήγαιναν και τον έβλεπαν. Πάντα
ήσαν δύο οι επισκέπτες. Μπαίνοντας στο ανώγειο όπου έμενε, κτυπούσαν
τις μπότες τους σε προσοχή και χαιρετούσαν στρατιωτικά, εβεβαιώνοντο για
την παρουσία του και έφευγαν.
Όπως ήταν φυσικό, ο γέροντας ήταν καλά πληροφορημένος για τα
κινήματα αντιστάσεως. Και οι δυο πλευρές, του επρότειναν να τον κάνουν
αρχηγό στην περιοχή. Ιδιαίτερη επιμονή έδειξε ο ΕΛΑΣ. Προφανώς ήθελαν
να εκμεταλλευθούν την μεγάλη προσηλυτιστική απήχηση που θα είχε το
όνομα του. Η σοφία του παλιού πολεμιστή όμως και προφανώς ο ασίγαστος
έρωτας για τη λευτεριά της μιας και αδιαίρετης πατρίδας, του υπαγόρευσε
την απάντηση. "Αφού πολεμάμε για την πατρίδα και την ελευθερία, να μην

6 0
έχουμε κόμματα, να σμίξουμε όλοι στην περιοχή και να κάνουμε ένα λόχο.
Τότε θα έλθω μαζί σας, όσο μπορώ πεζός κι' όπου ή όταν δεν θα μπορώ, θα
μου βρείτε ένα άλογο για τις μετακινήσεις". Μα δυστυχώς δεν ήταν αυτό
που ήθελαν. Έτσι δεν ευλόγησε κανέναν.
Τα χρόνια προχωρούσαν και οι Γερμανοί, συρρικνούμενοι έφυγαν από
την Αργυρούπολη. Ο κοντινότερος σταθμός τους έμεινε στην Επισκοπή
Ρεθύμνης, 5 χιλιόμετρα μακριά. Εκεί τον υποχρέωναν να παρουσιάζεται
κάθε 15 ημέρες. Διαμαρτυρήθηκε γι' αυτό και ζήτησε να τον απαλλάξουν
απ' αυτή την υποχρέωση. "Είμαι γέροντας, με βλέπετε, μη με βασανίζετε να
έρχομαι κάθε 15 ημέρες". Εκείνοι όμως του απήντησαν ότι μπορεί να είναι
γέρων, αλλά με πολύ μεγάλο γόητρο και μπορεί να τους κάνει πολύ κακό αν
πάει με τους αντάρτες. Και ο ατρόμητος γέρων απήντησε "Αν μπορούσα θα
το είχα ήδη κάνει, δεν θα περίμενα να μου το υποδείξετε ούτε και θα
φοβόμουν τίποτα".
ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ
Η απελευθέρωση ήλθε, τα χρόνια προχώρησαν. Ζούσε πάντα στο ίδιο
μέρος, υπό τις ίδιες συνθήκες. Η σύνταξις του έφθανε γύρω στις 200
δραχμές, εκεί γύρω στο 1950. Τότε από κάποιο δημοσίευμα γύρω από το
όνομα του καπετάνιου σε κάποια επέτειο, τον ανεκάλυψε ο τότε
υφυπουργός Εσωτερικών Αθανασίου, το παιδί που είχε βαπτίσει δι'
αντιπροσώπου το 1912, όταν την ημέρα της βάπτισης είχε εμπλακεί σε μάχη
με τους Τούρκους στα Σουλιώτικα βουνά. Σε εκείνο το δημοσίευμα
γραφόταν ότι ο γέρο καπετάνιος ζει λιτά με σύνταξη ψυχία. Ο Υπουργός
του έστειλε μια συγκινητική επιστολή, αφού μετά τόσα χρόνια σιωπής
ανεκάλυπτε τον πνευματικό του πατέρα, για τον οποίο τόσα πολλά είχε
ακούσει μικρός. Τελειώνοντας του ζητούσε την άδεια να μεριμνήσει για μια
αξιοπρεπέστερη σύνταξη.
Ο καπετάνιος του απάντησε με την ίδια χαρά και συγκίνηση. Κι' όσο
για την σύνταξη "Η πατρίδα μας παιδί μου είναι πολύ πτωχή και έχει
πολλές ανάγκες. Εγώ δεν χρειάζομαι πολλά πράγματα, με φθάνουν αυτά
που
παίρνω κάθε μήνα, δεν θέλω άλλα. Ας διετεθούν σε άλλες ανάγκες. Σ'
ευχαριστώ". Υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που νοιάζονταν μόνο για την
πατρίδα.
Τον Μάϊο του 1971, 14 χρόνια μετά τον θάνατο του, βρισκόμουν πάνω
στο Σούλι σαν αρχίατρος της VIII Μεραρχίας Πεζικού, στις γιορτές του
Σουλίου. Κάποιος είπε το όνομα μου και το άκουσε ο πρώην υφυπουργός
Αθανασίου, που κι' αυτός βρισκόταν εκεί. Με ανεζήτησε αμέσως, να μάθει


ΦΩΤΟ

Νεκροταφείο Δεληγιαννάκηδων στην Αργυρούπολη Ρεθύμνης

61
"αν είμαι από τους Δεληγιαννάκηδες εκείνους" και μου επιβεβαίωσε τα
ανωτέρω, όπως μου τα είχε διηγηθεί ο γέρος.
Και πέρασαν κι' άλλα χρόνια και ευτύχησε να ιδή ξανά αξιωματικό του
ελληνικού Στρατού "έστω ανθυπίατρο" το 1952 τον γράφοντα. Μ' ένα
συνάδελφο και φίλο που βρισκόταν λίγες μέρες μαζί μου τον
επισκεφθήκαμε και οι τρεις μαζί περπατούσαμε στους δρόμους του χωριού.
Και ο γέροντας προσέβλεψε προς το μέλλον και μας είπε: "τους σημερινούς
αρχηγούς τους γνωρίζω όλους και έχουμε πολεμήσει μαζί. Και τον Βενιζέλο
και τον Πλαστήρα και τον Παπάγο. Εύχομαι να μην γίνει πια πόλεμος, γιατί
εγώ γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα τι κακό είναι ο πόλεμος για την
πατρίδα. Αν όμως γίνει πόλεμος θα τους παρακαλέσω να παραβλέψουν την
ηλικία μου, να μου επιτρέψουν να ηγηθώ ενός λόχου από συντοπίτες μου,
να μου δώσουν και ένα άλογο. Και τότε εγώ θα μπω στη μάχη και θα πάω
μόνο μπροστά. Δεν θα γυρίσω πια. Αλλοιώς τι μου μέλλεται; να πέσω
κάποια μέρα κατάκοιτος, ανήμπορος, να μην βλέπω ουρανό, να μην βλέπω
ήλιο, να λερώνομαι πάνω μου;" Και για μοναδική φορά στην ως τότε
γνωριμία μας είδα τα αετίσια εκείνα μάτια να βουρκώνουν.
Ίσως δεν τον ξαναείδα. Την Άνοιξη του 1957 έπαθε εγκεφαλικό
επεισόδιο και σε ελάχιστες μέρες πήγε να απολογηθεί στο δημιουργό του, ο
οποίος δεν τον άφησε να βασανισθεί κατάκοιτος. Από πολύ καιρό φαινόταν
να τον έχει συγχωρήσει για τα κρίματά του. ΗΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Μα πάνω κει στα ηπειρωτικά βουνά η μνήμη του μένει ολοζώντανη.
Σαν στρατιωτικός γιατρός υπηρέτησα στα Γιάννινα από το 1962 - 1966 και
1971 - 1972. Μαθεύτηκε το όνομα μου σ' όλη την Ήπειρο και κατά τύχη
πιο πολύ στη Θεσπρωτία.
Κι' ήλθαν πολλοί να με ρωτήσουν "αν ήμουν συγγενής με τον
καπετάνιο". Ένας γερολεβέντης ήταν από τα νέα τότε παληκάρια του. Και
μια ηλικιωμένη χωρική "θα ήταν 5 χρόνων όταν πέρασε από το χωριό της,
ξαπόστασε και ήπιε νερό, μετά τη μάχη, στην οποία είχε σκοτωθεί ο
σημαιοφόρος και ανηψιός του" Μανώλης Πατεράκης.
Στον καρπό της έφερε τατουάζ το σταυρό και τα αρχικά του ονόματος
της. Κάτι που είδα και σ' άλλους, κυρίως γυναίκες, πολλές φορές. Ήταν για
να μην ξεχάσουν πώς γεννήθηκαν και ήταν Χριστιανές, αν ποτέ τις
αιχμαλώτιζαν και τις πουλούσαν σκλάβες οι Τούρκοι ή οι Αλβανοί. Και
ήταν ήδη 20ος αιώνας.
Για τη λευτεριά της και των άλλων πολέμησε ο κρητικός εθελοντής
στα κακοτράχαλα ηπειρωτικά βουνά. Και έσφαλε εκεί πάνω κάποια
δύσκολη στιγμή, υπακούοντας στα παληκάρια του. Μα ο θεός τον

62
συγχώρεσε και δεν τον άφησε να βασανιστεί στο λυκόφως της ζωής του.
Τον πήρε όρθιο. ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ.
Το ποίημα του οπλαρχηγού Μάρκου Δεληγιαννάκη το έτος 1912-1913.
 Καϋμένη Τσααουργιά
 Τί το κακό που έκαμα
 εγώ Δεληγιαννάκης - καϋμένη Τσαμουριά
 (επωδός που επαναλαμβάνεται όταν τραγουδιέται, μετά κάθε στροφή)
 Μήπως χωριά σας έκαψα
 και μήπως Σκλάβους πήρα
 εγώ τους Τούρκους έμασα
 τα πρώτα τα κεφάλια
 τους είπα για τα Γιάννινα
 τους είπα για την Άρτα
 και αυτοί οι μαύροι, το πίστεψαν
 και κίνησαν να πάνε
 Στη Σέλιανη τους έφερα
 Στο μνήμα του Μανώλη
 και εκεί τραγούδι το βγάλα
 με μάτια δακρυσμένα
 Σήκω Μανώλη αδελφέ
 λίγο για να καθίσεις
 τη συντροφιά σου για να δης
 και να τους καμαρώσεις
 και εγώ συντρόφους σούφερα
 εβδομήντα δυό νομάτους
 και εγώ παιδί μου αναχωρώ
 για την γλυκιά Πατρίδα
 και αν με ρωτήσει η μάνα σου
 τί να της απαντήσω
 να της πω πως επανδρεύτηκες
 Γιατί να την γελάσω
 θε να της πω πως εσκοτώθηκες
 στης Σέλιανης τη ράχη
 και εγώ Μνημείον σούφκιασα
 κεριά για να σου ανάβουν
 και το όνομα σου μένει αθάνατο.

63
ΣΥΛΛΟΓΗ
ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ
ΑΦΟΡΟΝΤΩΝ ΤΗΝ ΔΡΑΣΙΝ ΤΩΝ ΥΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟΝ
ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΑΡΚΟΝ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗ
Αντάρτικων Σωμάτων της περιφερείας Σουλίου και Παραμυθιάς
Ηπείρου από τις αρχές της εκστρατείας μέχρι τέλους, ήτοι από του
Οκτωβρίου του 1912 μέχρι τέλους Μαρτίου 1913.
ΥΠΟ
Β. Γ. ΒΕΡΝΑΔΗ
ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΥ
 1
 Τρεις αδελφοί τρεις αρχηγοί τρεις πρωτοκαπετάνιοι
 Από την Κρήτη ξεκινούν στον πόλεμον να πάνε,
 Ν' αγωνισθούν στην Ήπειρον και εις την Μακεδονία
 Στα σκλαβωμένα αδέλφια των ελευθέρια να φέρουν,
 Πήραν παιδιά δικά τωνε ανήψια και ξαδέλφια,
 Πήραν και φίλους μπιστικούς και Κρητικούς λεβέντες
 Επήραν και σταυραετούς Σουλιώτες Ηπειρώτες
 Πούχαν τον πόλεμο γιορτή, τον πόλεμο παιγνίδι,
 Τρέχει ο Ηλίας πλειά μπροστά για την Μακεδονία,
 Ο Κανάκης για την Ήπειρο στο Μέτσοβο στον Δρίσκο
 Και ο Μάρκος ο περίφημος Παραμυθιά και Σούλι.
 Για σου χαρά σου Αρχηγέ Δεληγιανάκη Μάρκο
 Το λεν τα παληκάρια σου και οι ΗπειροτοΣουλιώτες
 Το λέγουν και όλα τα βουνά η Σπάτα και ο Κορίλας
 Και η Βριτζάχα η ξακουστή, το Σούλι και το Κούγκι
 Θα μπούμεν στην Παραμυθιά θα σφάξωμε τους Τούρκους
 τους αρχηγούς της Τσαμουριάς τους Τουρκοαρβανίτες,
 Θα πάμεν και εις τα Γιάννενα στ' Αλή Πασά το Κάστρο
 Να βρούμεν τον Εσσάτ Πασσά.
 2
 Κρένει ο Γέρω Ολίτσικας και λέει στην Βριτζάχα
 Τ' Αγίου Ανδρέα ανήμερα κοντά το μεσημέρι,
 Βριτζάχα ρώτησε και συ την Σπάτα και τον Κορίλα

64
 Να μάθης τι να γίνεται εις το Λευθεροχώρι
 Στην Σκάλα της Παραμυθιάς βογκούν πολλά τουφέκια
 και ακούγονται και κλάϊματα και γογκητό μεγάλο.
 Άκουσε γέρω Ολίτσικα να μάθης τα μαντάτα
 Οι αντάρτες κάνουν πόλεμο και επήρανε το Κάστρο,
 Την σκάλα της Παραμυθιάς και απάνω τα Βορδόπια
 Και εσκότωσαν πολλή Τουρκιά και έπιασαν Τούρκους σκλάβους
 Μάχουν και πίκρα τα χωριά και δεν παρηγορούνται
 Γιατί στην μάχη πέσανε δεκάξε (16) παληκάρια,
 Ααβώθηκε και ο Αρχηγός ο Μάρκος Δεληγιαννάκης
 Μ' αυτός δεν σκούζει δεν πονεί δεν κλαίει για την πληγή του
 Μα κλαίει τα παληκάρια του και τον Υπαρχηγόν του,
 Τον ξακουσμένο Σταυραετό, Κουτούπη τον Σουλιώτη.
 Και τον Σημαιοφόρον του Μανώλη Πατεράκη
 Πούχεν πρωτοπαλήκαρο και μπιστικό παιδί του,
 Τον κλαιν και όλοι οι σύντροφοι του και οι πληγωμένοι σκούζουν
 Και όλες οι νιές της Σέλιανης του λέγουν μοιρολόγια,
 Σήκω λεβέντη Κρητικέ να βάλης τ' άρματα σου.
 Και ο λαβωμένος Αρχηγός καλήν καρδιά δεν κάνει
 Και λόγο της παληκαριάς στέκει και σου διαβάζει
 Και ώρες τηρά τον τάφον σου και ώρες προς τα Βορδόπια
 Και ώρες την Σκάλα σωτηρά να τ' αλαφρώση ο πόνος
 Γιατί μετρά ξαναμετρά και βλέπει ξαπλωμένα
 Διακόσια τούρκικα κορμιά τούρκων και αρβανιτάδων.
3
 Μωρέ πως εβογκούσαν τα βουνά η Σπάτα και ο Κορίλας
 Από τα Τόπια των Τούρκων και από τα πολυβόλα.
 Των Χριστουγέννων ανήμερα σαν έφεξεν ο ήλιος
 Στην Σέλιανη την ξακουστή και εις την Λαμπανίτσα
 Στο Λευθεροχώρι, στο Πόποβο, Βερνίκου και Σαλονίκη
 Γιατί δεν επροσκύνησαν Μπέηδες και Πασάδες
 Μον' δέχθησαν τον Αρχηγό τον Μάρκο Δεληγιαννάκη
 Και την Σημαία του Σταυρού όλοι των προσκύνησαν
 Και όλοι μαζί του πολεμούν και την Τουρκιά σκοτώνουν
 Που τρόμαξε η Αρβανιθιά στα Γιάννενα μηνούσι
 Για να των στείλουσι στρατό βοήθεια και κανόνια
 Να πιάσουν και τον Αρχηγό και όλους τους Καπετάνιους
 Και να τους παν' στα Γιάννενα και όλους να τους κρεμάσουν.
 Μηνούν και του Μπεκήρ Αγά νάρθη κι' αυτός με άλλους

65
 Να καταστρέψη ταις εκκλησιές και τα χωριά να κάψη,
 Μωρέ πέφτουν αι σφαίρες σαν βροχή τα τόπια εμπρός και οπίσω
 Μα ο Δεληγιαννάκης πολεμά με άξια παληκάρια
 Σκοτώνουν Τούρκους Τσάμηδες, Λιάπηδες Αρβανίτες
 Τα παληκάρια απόστεσαν, σώθηκαν τα φυσέκια
 Και τότε φώναξ' ο Αρχηγός λέγει στους Καπετάνιους,
 Παιδιά οπίσω σέρνεσθε να πιάσετε την ράχη,
 Στο Σέλωμα περάσετε το πλάϊ να διαβήτε
 Και εις το Λιβάδι κάτσετε για να με καρτερήτε
 Κρατήτε τα φυσέκια σας να πιάσωμε τα μέρη
 Στης Λαμπανίτσας τα στενά να στέσωμεν τους Τούρκους
 Να σώσωμεν μωρά παιδιά γυναίκες και κοράσια
 Σκλάβους να μη τα πιάσουσιν και 'μεις όλοι ας χαθούμε.
 4
 Παραμυθιά και Τσαμουριά, Φιλιάτες, Μαργαρίτι
 Όλα γένηκαν Ελληνικά μα τ' άρματα δεν δίδουν
 Κάμνουν κρυφά συμβούλια Μπέηδες και αγάδες
 Σαν εσκοτώθη ο Βασιλιάς εις την θεσσαλονίκην
 Για να σηκώσουν πόλεμο τ' αρβανικό να φέρουν
 Και από τα χωριά της Τσαμουριάς τους Έλληνες να διώξουν
 Του Κωνσταντίνου τον στρατό του Βασιλιά του νέου
 Αγάκος και ο Κασοσαλής και ο Φαταγάς ο Πρόνιος,
 Ο Φέζος και ο Σουμπήμπεης, Μαλίκης και Δαλιάνης
 Σφάζουν κρυφά τους Χρισθιανούς δέρνουν και φοβερίζουν
 Και αρματωμένοι στα χωριά οι Λήσταρχοι γυρίζουν
 Αρβανιθιά στρατολογούν πόλεμον για να κάμουν,
 Που τρόμαξαν τους Χρισθιανούς τους προύχοντες του τόπου
 Τους πρώτους της Παραμυθιάς και τον Μητροπολίτη.
 Κάμνουν και αυτοί Συμβούλιο τον τόπον πώς να σώσουν
 Και προσκαλούν τον Αρχηγό τον Μάρκο Δεληγιαννάκη
 Του λέγουν να μείνη ακόμη εκεί, γιατί η Τουρκιά εσηκώθη
 Δέρνει και σφάζει Χρισθιανούς έξω στην Επαρχία
 Και μέσα την Παραμυθιά καυχούνται πως θα κάψουν.
 Μηνά ο αρχηγός ως τάκουσεν, εις τα Σουλιοτοχώρια,
 Να παν εις την Παραμυθιά διακόσια παλληκάρια,
 Μηνά εις τους Καπετάνιους του που είχε πάντα κοντά του
 Όταν πολέμα την Τουρκιά σ' αυτά τα ίδια μέρη.
 Γράφει μηνά του Βερναδή και του Γιάνναρο Γιάννη
 Του Ζάγκα και του Καταραχιά και του Σπανοβαγγέλη

66
 και του Αρβανιτοθόδωρου του Δούμα και του Ζώη,
 Του Πανταζή και του Καρρά και τ' Αρβανίτη Χρήστου,
 Και του Σουλιώτη μήνυσε του Γιώτη και εις τους άλλους
 Και το πρωί μια Κυριακή του Μάρτη την δεκάτη
 Ο Δεληγιαννάκης κίνησε στην Τσαμουριά να υπάγη
 Δεξιά ζερβά του ακολουθούν δυο άξια παληκάρια,
 Μ' άρματα ασημοστόλιστα δυο μπιστικοί λεβέντες
 Ο Κανάκης ο Βουγιούκαλος και ο Νομικός ο Γιώργης,
 Και άλλοι διακόσιοι διαλεκτοί με δέκα Καπετάνιους,
 Διαβαίνουν' που την Σέλιανη και εκεί Αρχηγός προστάζει
 Να χαιρετίσουν τους νεκρούς που είχαν εκεί θαμμένους,
 Βαράει η σάλπιγγα γραμμή και όπλα παρουσιάζουν
 Και την Σημαία του Σταυρού πάνω στους τάφους στένουν
 Και ο Αρχηγός μ' ευλάβεια λόγο τωνε διαβάζει
 Και σαν τον αποδιάβασε χίλια τουφέκια ρίχνουν,
 Καβαλικεύει ο Αρχηγός και εμπρός σ' όλους διατάσσει
 Να κατεβούν στον Καλαμά στης Τσαμουριάς τα μέρη.
 Λίγες ημέρες πέρασαν και εγύρισαν οπίσω
 Που τα χωριά της Τσαμουριάς, στην Σέλιανην διαβαίνουν
 Κοντά στους Τάφους των νεκρών στα μνήματα ανδρειωμένων
 Διατάσσει πάλι Αρχηγός για να τους χαιρετίσουν
 Και αντί λιβάνι και κερί ακούσθη μέγας κρότος
 Του τουφεκιού και του σπαθιού στου Λίβερη το ρυάκι,
 Ξυπνά ο Κουτούπης και ρωτά και ο Γεώργης ο Λακτάρας,
 Ξυπνά το κρητικόπουλο ο Μανώλης ο Πατεράκης
 Ξυπνούν και οι άλλοι ήρωες και οι άλλοι σκοτωμένοι
 και βλέπουν αίμα ποταμό στου Λίβερη το ρυάκι
 Και εβδομήντα δυο κορμιά Λησταρχοαρβανιτάδων
 Και τότε αρχίζουν οι νεκροί πολεμικό τραγούδι
 Και σαν άγγελοι ψάλανε δίπλα στην Άγια Μαύρα.
 Γεια σου χαρά σου Αρχηγέ Δεληγιαννάκη Μάρκο
 Σε καμαρώνουν οι ζωντανοί και ημείς οι σκοτωμένοι
 Και οι αρχηγοί μας οι παλαιοί χαιρετισμό σου πέμπουν
 Από το Σούλι ο Μπότσαρης, Τζαβέλλας και Κατσαντώνης
 Και από το Κούγκι ο Σαμουήλ σου στέλνει την ευχή του
 Να ζήσης και να χαίρεσαι τα ένδοξα άρματα σου
 και το σπαθί σου όλη η Τουρκιά να τρέμη να φοβάται.
 5
 Μωρέ τι να γράφουν τα χαρθιά το γράμμα τι να λέγη

67
 Που φέραν εις τον Αρχηγό και εχάλασ' η καρδιά του
 Συλλογισμένος κάθεται που είχε χαρά μεγάλη
 Πως φευγομενε νικηταί και πάμε στην Αθήνα,
 Αυτά λέγε στην Πρέβεζα την υστερνήν του Μάρτη
 Ο οπλαρχηγός ο Βερναδής ο για τον Αρχηγόν του
 Και φίλον του αδελφικό τον Μάρκο Δεληγιαννάκη
 Εκεί που τρωγεν και έπινεν με τα' άλλα παληκάρια,
 Ρωτά τους δυο του ακόλουθους που είχε πάντα κοντά του
 Τον μπιστικό του Νομικό και τον Βουγιουκαλάκη
 Για να του πουν τι έχει αρχηγός και είναι κλειστή η καρδιά του 
 Και ο Αρχηγός των τους γροικά και απάντησιν τους δίδει.
 Παιδιά μου μη πικρένεσθε και ακούστε το μαντάτο,
 Πίσω μου γράφουν να στραφώ στα Γιάννενα να υπάγω
 να μπω εκεί στην φυλακή στ' Αλή Πασά το Κάστρο
 Να μή φωνάζη η Αρβανιθιά η Αυστρία και η Ιταλία
 Πως μ' έστειλεν ο Βασιλιάς και αυτός ο Βενιζέλος
 Και έσφαζα και ετουφέκιζα Μπέηδες Αρβανίτες.
 Φεύγω και σας αφήνω υγειά και αμέτε στην ευχή μου
 Γλήγωρα στην Αθήνα μας θαρθώ ν'ανταμωθούμεν
 Φιλεί τα παληκάρια του και ευθύς καβαλικεύει
 Και φεύγει για τα Γιάννενα και οπίσω δεν κυττάζει
 Μα οι μπιστικοί του ακόλουθοι δεν παν εις την Αθήνα
 Τον Αρχηγό των ακλουθούν κρυφά κρυφά από πίσω
 Και παν και αυτοί στα Γιάννενα μαζί του ν' αποθάνουν 
 Αν τύχη και θανατωθή στα Γιάννενα Αρχηγός των.
 6
 Εσείς πουλιά της Τσαμουριάς και αϊδόνια του Σουλίου
 Μην είδατε τον Αρχηγό τον Μάρκο Δεληγιαννάκη
 Γιατί τον κραίνει η Τσαμουριά το Σούλι του φωνάζει
 Και η όμορφη Παραμυθιά καλήν καρδιά δεν κάνει,
 Μωρέ και που να πήρενε και που να λειμεριάζη
 Και ούτε στην Σπάτα φαίνεται ουδέ και εις τον Κορίλλα
 Και εις την Βριτσάχα ούτε εκεί δεν έκαμε λημέρι.
 Κι ο Ολίτσικας στ' άλλα βουνά αποκρίνεται και λέει,
 Μωρέ σεις αδέλφια μου βουνά Σούλι μου δοξασμένο
 Παραμυθιά και Τσαμουριά μην σκούζετε μην κλαίτε
 Μα ο Αρχηγός σας βρίσκεται στ' Αλή Πασά το Κάστρο
 Στην φυλακή στα Γιάννενα τον έχει ο Βενιζέλος,
 Οι Αρβανίτες να σιωπούν η Αυστρία και Ιταλία
 Για τους Λήσταρχους πουσφαξε στου Λίβερι το ρυάκι,

68
 Και αυτός γράφει του Βασιλιά γράφει του Βενιζέλου
 Να τον αφήσουν ελεύθερο λίγες ημέρες μόνο
 Να κατεβή στην Τσαμουριά να πάη όπου δεν επήγε
 Να πιάση και τους επίλοιπους Μπέηδες Καπετάνιους
 Να τους δικάση εις θάνατον και οπίσω να γυρίση
 Και μοναχός του να δεχθή μ' αλήθεια και όχι ως ψεύμα
 Να τον δικάσουν εις θάνατον να τον ετουφεκίσουν
 Σαν εκδικηθή όσα κάμασιν οι Τουρκαρβανιτάδες
 Εις του Τσαβέλα τα παιδιά στου Μ. Μπότσαρη τα γκόνια
 Και εις την γενιά του Σαμουήλ.
 7
 Μωρέ σεις βουνά περήφανα και σεις Σουλιωτοχώρια
 Μην κλαίτε για τον Αρχηγό τον Μάρκο Δεληγιαννάκη
 Μ'αυτόν δεν τον εχάλασαν μα ελεύθερον τον έχουν
 Στο Κάστρο του Αλή Πασσά εκεί περιδιαβαίνει
 Κάτω την Λίμνην συντηρά τα Γιάννενα κυττάζει
 Και τραγουδεί χαρούμενος τ'Αλή Πασά τραγούδι,
 Τραγούδι της Βασιλικής και της Κυρά Φροσύνης
 Και από την χαράν του την πολλή τα μάθια του δακρύζουν
 Συλλογισμένος κάθεται τον νουν του στρέφει οπίσω
 Στο Σούλι στην Παραμυθιά και εις τα Τσαμουροχώρια
 Και άλλο τραγούδι και άλλο σκοπό αρχίζει μοναχός του
 Και λέει με παράπονο με μάθια βουρκωμένα,
 Ολίτσικα περήφανε να μου κάνες τη χάρι
 Να χαμηλώσης μία στιγμή να μου βγορίση η Σπάτα
 Και ο Κορρίλας όμορφος, και η ξακουστή Βριτζάχα,
 Να χαμηλώνανε και αυτά να ειδώ εκείνα τα μέρη
 Παραμυθιάς και Τσαμουριάς και τα Σουλιωτοχώρια
 Το Πόποβο την Σέλιανη και αυτήν την Λαμπανίτσα
 Να ιδώ πως ζουν ελεύθερα τ' αδέλφια μας κει πέρα
 Να γιατρευθούν οι πόνοι μου και το παράπονο μου.

69
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΑΡΚΟ
ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗ (χειρόγραφα επί του πρωτοτύπου της «Συλλογής
Πολεμικών Τραγουδιών» (υπό Β.Γ. Βερναδή, οπλαρχηγού)

 ΠΡΩΤΟΝ
 Θέε μου και πατέρα μου, Χριστέ και Παναγιά μου
 κι' εσύ Άγιε μου Γιώργη μου, δεχθείτε κι' από μένα
 την δέησί μου σήμερο, την προσευχή που κάνω
 και με τα δάκρυα της χαράς το χώμα τούτο βρέχω.
 Το χώμα που επότισε του αίμα του Βλαχάβα
 και τόσων άλλων Χριστιανών κι' Αρχηγοκαπετάνιων
 κι' εθέριεψεν ο Πλάτανος ετούτος που με σκιάζει.
 Γονατιστός προσεύχομαι με βουρκωμένα μάθια
 κι' ευχαριστώ την χάρη σας, δοξάζω τ' όνομα σας
 που μ' αξιώσετε να μπω στα Γιάννενα, στο Κάστρο.
 Στο κάστρο του Αλή Πασά, στον Πλάτανο να κάτσω,
 να ιδώ νεκρούς που ξύπνησαν, ψυχές που αναστήθηκαν
 και τ' άρματα και τα σπαθιά ξαναζωστήκαν πάλι
 κι' υψώσανε τα φλάμπουρα ο Θύμιος ο Βλαχάβας
 κι' ο Κατσαντώνης δίπλα του την λευτεριά γιορτάζουν,
 ο Μπότσαρης κι' ο Σαμουήλ κι' ο Κίτσος ο Τζαβέλλας.
 
 ΔΕΥΤΕΡΟΝ
(προφανώς απευθύνεται στα παιδιά του φονευθέντος στο Σκρα τον
Μάϊο 1918, αδελφού του Ηλία)
 1) Πέ μου θείε μου και σε μένα
 πέ μου θείε μια φορά,
 γιατί δεν έχουμε πατέρα
 και γιατί είμεθα ορφανά.

 2) Θα σας το ειπώ παιδιά μου
 μόνο λέτε το κι' εσείς,
 με τραγούδι, όχι με κλάϊμα,
 μη δακρύσωμεν κανείς.

70
 3) Είχετε κι' εσείς πατέρα
 και πατέρα μια φορά.
 Καπετάνιο ξακουσμένο
 Μα σκοτώθηκε στο Σκρα.

 4) Κει που κτύπαν τους Βουλγάρους
 και την άπιστη Τουρκιά
 εις τα σκλαβωμένα μέρη
 για να δώση λευτεριά.

 
Copyright © 2017 ΣΦΑΚΙΑ η ρίζα της Κρήτης | all rights reserved